Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy

Ανατροπή στην υπόθεση «cow βυζί» στην Λάρνακα – Επέβαλε ποινή φυλάκισης στις δύο αδελφές το Ανώτατο, με αναστολή

01.07.2021
11:48
Αστυνομικό Ρεπορτάζ

Στις 5 Οκτωβρίου 2019 ενώ η παραπονούμενη διέσχιζε πεζή ένα χώρο στάθμευσης στο κέντρο της Λάρνακας αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι εφεσίβλητες χτύπησε πάνω σε άλλο, σταθμευμένο, όχημα.

Αυτές όμως συνέχισαν την πορεία τους με πρόθεση να εγκαταλείψουν την σκηνή.

Η παραπονούμενη τους φώναξε να σταματήσουν και πλησίασε το αυτοκίνητο τους. Οι εφεσίβλητες σταμάτησαν, εξήλθαν του αυτοκινήτου τους και άρχισαν να την βρίζουν με χυδαίο τρόπο, με αναφορά στην φυλετική της καταγωγή, όπως την είχαν αντιληφθεί, και της επιτέθηκαν. Η εφεσίβλητη στην ποινική έφεση αρ. 4/21 (εν τοις εφεξής «η πρώτη εφεσίβλητη») απείλησε την παραπονούμενη λέγοντας της: «ρα φύε εννά σε πατσαρκάσω α…σκατένη».

Στο σημείο αυτό η πρώτη εφεσίβλητη διέπραξε και επίθεση εφόσον πλησίασε την παραπονούμενη επιθετικά και την έσπρωξε με το χέρι στον ώμο. Επίσης την απείλησε περαιτέρω λέγοντας: «ρε μαλάκα εννά την 3 πατσαρκάσω α…αν δεν φύει που δαμαί εννά τη δέρω, αν δεν φύει σε ένα λεπτό εννά της δώκω μια πατσαρκά…εν έσσιει κάμερες δαμαί έννε… εννά της δώσω μια πατσαρκά να δεις ήντα που να της κάμω». Επίσης την εξύβρισε λέγοντας της: «ρα πουστορουμάνα, πάεννε στην χώρα σου. Βουλγάρα…στην χώρα σου έπιανες το cow βυζί έπινες γάλα», «aσσιχτήρ…fuck you», «σκατοπουτάνα», «σκατένη, κωλορουμάνα…», «ρα ασσιχτήρ…πήαινε να φάεις βίλλο…βίλλοοο» και «κωλορουμάνα, κωλοτιτσήρα, κατσέλλα, μαννή». Η εφεσίβλητη στην ποινική έφεση αρ. 5/21 (εν τοις εφεξής «η δεύτερη εφεσίβλητη») εξύβρισε την παραπονούμενη λέγοντας της: «βιλλομούτσουνη» και προτάσσοντας το μεσαίο της δάκτυλο κινήθηκε προς το μέρος της και της έφτυσε. Επίσης σε άλλο σημείο του επεισοδίου πλησίασε την παραπονούμενη απειλητικά και την έσπρωξε με το σώμα της από το πλάι δυνατά σε βαθμό που να την μετακινήσει. Η παραπονούμενη βιντεογράφησε το όλο συμβάν με την χρήση του κινητού της τηλεφώνου και ανήρτησε το βίντεο στο διαδίκτυο. Την επόμενη ημέρα λήφθηκε πληροφορία στο ΤΑΕ για το βίντεο αυτό στο 4 διαδίκτυο με αποτέλεσμα να διερευνηθεί η υπόθεση και να καταλήξει σε καταχώριση κατηγορητηρίου εναντίον των εφεσιβλήτων.

Οι εφεσίβλητες αντιμετώπισαν 11 κατηγορίες. Από κοινού αντιμετώπισαν τις εξής κατηγορίες:

Την 1η και 11η κατηγορία αντιστοίχως, που αφορούν στο αδίκημα σε υποκίνηση βίας ή μίσους με βάση τον περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμου του 2011, Ν.134(Ι)/2011 (ο «Νόμος»). Ο Νόμος αυτός έχει εισαχθεί στο εθνικό δίκαιο για σκοπούς εναρμόνισης με την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου (εν τοις εφεξής η «Απόφαση-Πλαίσιο»), της οποίας και ακολουθεί βασικά τις πρόνοιες.

Αντιμετώπισαν επίσης αριθμό άλλων κατηγοριών που στηρίχθηκαν σε προβλεπόμενα από τον Ποινικό Κώδικα αδικήματα, ήτοι, στα αδικήματα της κοινής επίθεσης (άρθρο 242), της πρόκλησης ανησυχίας (άρθρο 95), της απειλής (άρθρο 91(α)), της δημόσιας εξύβρισης (άρθρο 99). 

Επιπρόσθετα, η πρώτη εφεσίβλητη, επειδή η συμπεριφορά της έλαβε χώρα στην παρουσία του ανήλικου παιδιού της, αντιμετώπισε την κατηγορία της συμπεριφοράς με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε.

Επιπρόσθετα επίσης, η δεύτερη εφεσίβλητη αντιμετώπισε και κατηγορία για άσεμνη πράξη εφόσον πρόταξε το μεσαίο της δάκτυλο προς την παραπονούμενη (άρθρο 176 ΠΚ). Στο δικαστήριο είχαν αναφερθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ύβρεις και απειλές που δεν καλύπτονταν από το κατηγορητήριο, αλλά το δικαστήριο διευκρίνισε ότι αυτές δεν θα λαμβάνονταν υπόψιν. Στο δικαστήριο είχε κατατεθεί ολόκληρο το απομαγνητοφωνημένο κείμενο από το βίντεο, του οποίου το κατηγορητήριο δεν αποτελεί παρά μέρος.

Κακώς η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε πλήρες κατηγορητήριο και ορθά το δικαστήριο περιορίστηκε, από πλευράς λεπτομερειών των κατηγοριών, στα όσα αναφέρονταν στο κατηγορητήριο όπως καταχωρίστηκε.

Αλλά, εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση δεν παύει παρά να χαρακτηρίζεται από μια απύθμενη χυδαιότητα και ένα βαθύ ρατσιστικό μίσος. Η παραπονούμενη με αίσθημα κοινωνικής ευθύνης επεδίωξε να σταματήσει την παρανομία που διέπραξαν οι εφεσίβλητες και να διασφαλίσει μαρτυρία. Αυτός ήταν ο σκοπός που άρχισε να τις βιντεογραφεί.

Μόλις αυτές κατάλαβαν την ξενική της καταγωγή, αντιλαμβανόμενες ότι καταγόταν από χώρα της ανατολικής Ευρώπης, άρχισαν στην παρουσία του προαναφερθέντος παιδιού της πρώτης εφεσίβλητης και ενός άλλου συγγενικού τους παιδιού, να την βρίζουν, να την απειλούν και να της επιτίθενται, έχοντας ευθέως στόχο την καταγωγή της και την διαστρεβλωμένη τους αντίληψη ότι λόγω της καταγωγής της ήταν φτωχή, που, κατά την πρώτη εφεσίβλητη, στην χώρα της «έπινε γάλα από το βυζί της κατσέλλας» και «έτρωε σκατά», ότι είναι «στερημένη και έφυε που την χώρα της» και στην Κύπρο ήρθε είτε για τα καπαρέ, είτε για να την πάρει σπίτι της να καθαρίσει τα παράθυρα και τα πατώματα της «επειδή είναι από τη Ρουμανία», ή ότι, κατά τη δεύτερη εφεσίβλητη «βρωμεί σκατά», ενώ η πρώτη εφεσίβλητη κατά τη διάρκεια του επεισοδίου δήλωνε 7 «κρατούμε αυτοκίνητο 30 σιλιάες…αγόρασα το εχτές…τούτη 30 σιλιάες εν εκράεν», «σε μια βδομάδα βκάλω 30 σιλιάες».

Αυτά δεν αποτέλεσαν μέρος των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου, όμως λαμβάνονται υπόψιν ως προσδιοριστικά του κλίματος μέσα στο οποίο διαπράχθηκαν τα αδικήματα, ένα κλίμα όχι μόνο ρατσιστικής προκατάληψης, αλλά και εξευτελιστικής κοινωνικής και ταξικής απαξίωσης με την εντύπωση και μόνο ότι ο συνάνθρωπος τους ήταν, ως εκ της καταγωγής του, φτωχός και ευτελής, χωρίς αξία. Το επεισόδιο διήρκεσε 13 και πλέον λεπτά, με την παραπονούμενη να επιδεικνύει ιώβειο υπομονή. Όταν το δεύτερο παιδί, μιμούμενο τις εφεσίβλητες εξύβρισε και αυτό την παραπονούμενη λέγοντας της «είσαι μια βλαμμένη», η παραπονούμενη προσπάθησε να αντιμετωπίσει τουλάχιστον το παιδί, λέγοντας του «δεν…αγάπη μου…» και ξανά μετά «αγάπη μου κάτσε, μεν ξαναπείς έτσι, έννε δουλειά σου».

Το παιδί όμως της είπε «σταμάτα εν θέλω να μου λαλεί κανένας αγάπη μου… ούτε η ρουμάνα ούτε η βουλγάρα να μου λαλεί αγάπη μου…λαλεί μου τζιαι αγάπη μου» και στο τέλος της έφτυσε. 

Οι εφεσίβλητες, παρά την αρχική τους άρνηση στην κατάθεση τους στην Αστυνομία, μετά όταν κατηγορήθηκαν γραπτώς και στο τέλος ενώπιον του δικαστηρίου παραδέχθηκαν τις κατηγορίες.

Το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψιν τις προσωπικές τους περιστάσεις, το λευκό τους ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός. Έλαβε επίσης υπόψιν το γεγονός ότι η ανάρτηση του βίντεο στο διαδίκτυο είχε ως αποτέλεσμα το διασυρμό τους, με πολύ άσχημες συνέπειες για τις ίδιες.

Η πρώτη εφεσίβλητη, ηλικίας 38 ετών με ένα παιδί ηλικίας 13 ετών, μετά τη δημοσιοποίηση του περιστατικού είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική της υγεία, έκτοτε παρακολουθείται από ψυχίατρο, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική.

Πέραν τούτων έχασε τη δουλειά της, παρέμεινε άνεργη και έχει κριθεί ανίκανη για εργασία εφόσον της είχε δοθεί ποσοστό αναπηρίας 75%.

Η δεύτερη εφεσίβλητη είναι ηλικίας 31 ετών. Δεν εργάζεται. Έχει επηρεαστεί βαθύτατα από το συμβάν, ντρέπεται να κυκλοφορήσει και όταν την αναγνωρίσουν την κοροϊδεύουν. Σε ότι αφορά το αδίκημα της υποκίνησης βίας ή μίσους, χωρίς βεβαίως να αμφισβητεί τη σοβαρότητα και το απαράδεκτο της χυδαίας και ρατσιστικής συμπεριφοράς των εφεσιβλήτων, το δικαστήριο θεώρησε ότι η συμπεριφορά τους εμπίπτει οριακά στο εύρος του Νόμου.

Ως αποτέλεσμα, παρά την προβλεπόμενη αυστηρή ποινή, επέβαλε στην 1η και 11η κατηγορία αντιστοίχως χρηματική ποινή ύψους €750 σε κάθε εφεσίβλητη. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες για τα αδικήματα, τα οποία προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα, το πρωτόδικο δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν ότι προέκυπταν από το ίδιο συμβάν όπως το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, δεν επέβαλε καμιά ποινή.

Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου προσβάλλεται με την παρούσα έφεση, με την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας υποβάλλει ότι οι επιβληθείσες ποινές στην 1η και 11η κατηγορία είναι εκδήλως ανεπαρκείς και παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι παρούσα ήταν και η μητέρα των δύο εφεσιβλήτων και άρα κακώς το δικαστήριο έκρινε ότι αυτές δεν υποκίνησαν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σε πράξεις βίας με συνέπεια να θεωρήσει πως το αδίκημα «ενέπιπτε οριακά στο βεληνεκές του νόμου».

Περαιτέρω, η μη επιβολή στις υπόλοιπες κατηγορίες έγινε χωρίς τη δέουσα αιτιολογία και χωρίς να ληφθεί υπόψιν ότι η επιβληθείσα ποινή εν προκειμένω θα έπρεπε να ήταν αποτρεπτική και παραδειγματική. 

Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της εφεσείουσας, αναφορικά με την αξιολόγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το αδίκημα της 1ης και 11ης κατηγορίας είχε «οριακά» διαπραχθεί ανέφερε ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, περιλαμβανομένου και οπτικού υλικού, παρούσα στο επεισόδιο ήταν η μητέρα των δύο εφεσιβλήτων, ενώ στο οπτικό υλικό φαίνεται ακόμα ένας άντρας, υπάλληλος του χώρου στάθμευσης και μια άλλη γυναίκα. Βέβαια είναι ανορθόδοξο να κατατίθεται μετά από παραδοχή και στο πλαίσιο της έκθεσης γεγονότων «οπτικό υλικό» το οποίο να καλείται το δικαστήριο να δει και να αξιολογήσει.

Τα γεγονότα σε τέτοια περίπτωση πρέπει να εκτίθενται από την κατηγορούσα αρχή και να καταγράφονται στο πρακτικό ώστε να τίθεται με σαφήνεια το υπόβαθρο επί του οποίου το δικαστήριο καλείται να επιμετρήσει την ποινή. Το δικαστήριο, όμως, αναφερόμενο στο βίντεο που ήταν αναρτημένο στο διαδίκτυο σημειώνει ότι «επιθεωρήθηκε» και ότι σε αυτό φαίνονταν τρεις ενήλικες και δύο παιδιά.

Δεν υπήρξε πάντως ένσταση για τον τρόπο που ενήργησε το δικαστήριο. Γενικά, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να δώσει τη δέουσα σημασία 11 στον σκοπό του Νόμου όπως αυτός πηγάζει από την ΑπόφασηΠλαίσιο, που είναι η καταπολέμηση των ρατσιστικών και ξενοφοβικών αδικημάτων και η εξάλειψη φαινομένων μίσους με επίκεντρο τη φυλή, το χρώμα, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή και τη θρησκεία. Τόνισε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν μόνη της και δέχθηκε μια ρατσιστική, επιθετική και ταπεινωτική συμπεριφορά από δύο μανιασμένες κυρίες, υπό συνθήκες που να συνιστούν επιβαρυντικές περιστάσεις.

Το δικαστήριο, περαιτέρω, παρέλειψε να λάβει υπόψιν ότι η παραπονούμενη δέχθηκε άμεση σωματική επίθεση. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσιβλήτων έθεσε θέμα μη στοιχειοθέτησης του αδικήματος της 1ης και 11ης κατηγορίας εφόσον από τα γεγονότα, όπως εισηγήθηκε, οι εφεσίβλητες δεν είχαν πρόθεση να υποκινήσουν βία ή μίσος κατά της παραπονούμενης. Ειδικότερα δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα, όπως ήταν η αναφορά στο διάγραμμα αγόρευσης για την εφεσείουσα, ότι η πρώτη εφεσίβλητη υποκίνησε τη δεύτερη σε βία ή μίσος.

Συνεπώς θα έπρεπε, συνέχισε, το πρωτόδικο δικαστήριο να καταχωρίσει μη παραδοχή. Κάλεσε δε το Εφετείο να πράξει τούτο και να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1 και 11 ή 12 επί τη βάσει των γεγονότων να αθωώσει και να απαλλάξει τις εφεσίβλητες από τις κατηγορίες αυτές. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι η παραπονούμενη άρχισε να βιντεογραφεί τις εφεσίβλητες οι οποίες κακώς αντέδρασαν με αυτό τον τρόπο χωρίς να γνωρίζουν ποια ήταν. Εισηγήθηκε ότι επρόκειτο για ένα στιγμιαίο γεγονός χωρίς προγραμματισμό που δεν είχε να κάνει με το πρόσωπο της παραπονούμενης, αλλά μάλλον με τη βιντεογράφηση τους. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι ενδεχομένως λόγω διαφορετικής γλώσσας να υπήρξε δυσχέρεια αλληλοκατανόησης των λεχθέντων και παρεξήγηση.

Τόνισε τον δημόσιο διασυρμό στον οποίο υποβλήθηκαν οι εφεσίβλητες λόγω της ανάρτησης του βίντεο από την παραπονούμενη. Κατέληξε λέγοντας πως δεν διαπιστώνεται τέτοιας έκτασης ανεπάρκεια της ποινής ώστε να επέμβει το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο και ότι ορθώς το δικαστήριο δεν επέβαλε ποινές στις υπόλοιπες κατηγορίες αφού όλα τα γεγονότα περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 1 και 11.

Αρχίζοντας από τις κατηγορίες που στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο τις αντιμετώπισε ως εάν να επρόκειτο για συνηθισμένες περιπτώσεις διάπραξης τέτοιων 13 αδικημάτων σε ένα καθημερινό πλαίσιο.

Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «…Δυστυχώς, τέτοιες συμπεριφορές τείνουν να καταστούν καθημερινό φαινόμενο. Συμπολίτες μας εξυβρίζονται με άσχημες και βαριές εκφράσεις. Η χρήση βρισιών οι οποίες αναφέρονται σε καταγωγή ή θρησκεία είναι επίσης καθημερινό φαινόμενο. Τα γεγονότα του κατηγορητηρίου αυτά δεν διαφοροποιούνται από τα γεγονότα που συνήθως ακούγονται εντός του Δικαστηρίου και αφορούν σε αυτής της φύσης τα κατηγορητήρια. Πολλές υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται σε ύβρεις ρατσιστικού περιεχομένου δυστυχώς, είθισται να καταχωρούνται ως εξύβριση σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κεφ. 154, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση εάν εμπίπτουν εντός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Ν. 134(Ι)/2011. Η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της εξύβρισης είναι πρόστιμο ύψους €128 και/ή ποινή φυλάκισης μέχρι 3 μήνες. Χυδαιότατες βρισιές εκφέρονται κατά πολιτών μας και καταχωρούνται και αντιμετωπίζονται ως το γράμμα του πιο πάνω άρθρου 99 του Κεφ. 154.

Τα πιο πάνω τα αναφέρω επειδή το αδίκημα της εξύβρισης δεν πρέπει να υποτιμάται. Το να καθίσταται κάποιος θύμα εξύβρισης, πλήττει σοβαρά την αξιοπρέπεια του και προσβάλλει την προσωπικότητα του. Η έξαρση την οποία παρουσιάζουν τα αδικήματα αυτά αλλά και η ευκολία με την οποία οι συμπολίτες μας προβαίνουν στο αδίκημα αυτό, ένα πράγμα υποδεικνύει, ότι η ποινή που προβλέπει ο νόμος δεν είναι αποτρεπτική και ο νομοθέτης πρέπει να προβληματιστεί. Το ασθενές νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει το αδίκημα αυτό, θα πρέπει, πιθανότατα, να αναθεωρηθεί και εκσυγχρονιστεί.»

Όπως όμως θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε κατωτέρω, τούτο αποτελούσε σοβαρή αστοχία στο δικαστικό έργο, αλλά και σοβαρή παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει την υπόθεση στην ορθή και πλήρη νομική της διάσταση. Πέραν τούτου, όπως επίσης θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε κατωτέρω, άλλη είναι η φύση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και άλλη η φύση των αδικημάτων των υπολοίπων κατηγοριών. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση εν όψει της αντίληψης του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η περίπτωση «οριακά εμπίπτει εντός του βεληνεκούς και του εύρους του νόμου» σε ότι αφορά στην 1η κατηγορία και της επιλογής του να επιβάλει ποινή μόνο στο «οριακό» αυτό αδίκημα, χωρίς να δοθεί η δέουσα σημασία στην ιδιαίτερη φύση και την ιδιαίτερη σοβαρότητα των άλλων κατηγοριών στις οποίες δεν επέβαλε ποινή.

Είναι φανερό ότι το δικαστήριο παρέλειψε να αποδώσει την δέουσα ή και οποιαδήποτε σημασία στο κίνητρο της προκατάληψης, το οποίο μετατρέπει τα κοινά ή βασικά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα («basic crimes») σε «εγκλήματα μίσους» («hate crimes»). Αυτή ήταν η ουσία της υπόθεσης. 15 Οι 1η και 11η κατηγορίες αποδίδουν στις εφεσίβλητες το αδίκημα της «ρητορικής μίσους» («hate speech») ή, όπως πιο εύστοχα εντοπίζεται διατυπωμένος ο όρος, «έγκλημα εκφοράς ρατσιστικού λόγου» με δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους (βλ. «Η ποινική αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα» (Τιμητικός Τόμος Νέστορα Κουράκη), Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου). Οι υπόλοιπες κατηγορίες αποδίδουν στις εφεσίβλητες τα λεγόμενα «εγκλήματα μίσους» («hate crimes»). Οι έννοιες αυτές προκύπτουν από την Απόφαση-Πλαίσιο, έστω και αν οι συγκεκριμένοι όροι δεν αναφέρονται σε αυτήν. Το έγκλημα της «ρητορικής μίσους» προβλέπεται από το άρθρο 1 της Απόφασης-Πλαίσιο και συνεπακόλουθα από το άρθρο 3(1) του Νόμου. Τα ρατσιστικά και ξενόφοβα «εγκλήματα μίσους» σχετίζονται με το άρθρο 4 της Απόφασης-Πλαίσιο. H «ρητορική μίσους». Ως «ρητορική μίσους» ορίζεται με το άρθρο 1, 16 - η δημοσία υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής (άρθρο 1(α)), - η τέλεση πράξης που αναφέρεται στο στοιχείο (α) με δημόσια διάδοση ή διανομή φυλλαδίων, εικόνων ή άλλου υλικού (άρθρο 1(β)) και - η δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση ή η χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου, όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ή εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που έχει προσαρτηθεί στη Συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945 (άρθρο 1(γ) και (δ)). Οι πρόνοιες του άρθρου 1 της Απόφασης-Πλαίσιο έχουν μεταφερθεί στο άρθρο 3 του Νόμου. 17 Εν προκειμένω μας αφορά η περίπτωση του άρθρου 1(α) της Απόφασης-Πλαίσιο και, αντίστοιχα του άρθρου 3(1) του Νόμου, περί δημόσιας υποκίνησης βίας ή μίσους, το οποίο έχει ως εξής: «3. (1) Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως είτε δημόσια είτε με δημόσια διάδοση, υποκινεί βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη ή που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.»1 Κύριο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η «υποκίνηση». Η υποκίνηση (incitement), όπως λ.χ. η απόπειρα (attempt) και η συνωμοσία (conspiracy), αποτελεί ατελές έγκλημα (inchoate crime) σε σχέση με το ολοκληρωμένο έγκλημα το οποίο στοχεύεται (βλ. «Incitement: A Study in Language Crime», Joseph Jaconelli, Law School University of Manchester, Crim. Law and Philos, 2018, 12:245-265). Ειδικότερα η «υποκίνηση» έχει την έννοια της 1 Παρόμοια διάταξη έχει εισαχθεί στον Ποινικό Κώδικα αναφορικά με την υποκίνηση βίας ή μίσους λόγω γενετήσιου προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου με τον τροποποιητικό Νόμο 87(Ι)/2015. Άρθρο 99Α του Ποινικού Κώδικα. 18 ενθάρρυνσης άλλου προσώπου να διαπράξει ένα άλλο έγκλημα. Όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο: «The essence of the law of incitement is that a person (the “inciter”) urges another person or persons (the “incitee(s)”) to commit a criminal offence.» Σύμφωνα με το Black’s Law Dictionary, 5th ed., “incite” σημαίνει: «arouse; urge; provoke; encourage; spur on; goad; stir up; instigate; set in motion; as, to “incite” a riot. Also, generally, in criminal law to instigate, persuade, or move another to commit a crime, in this sense nearly synonymous with “abet”. Η υποκίνηση ή διέγερση αποτελεί ποινικό αδίκημα του κοινοδικαίου το οποίο έχει κωδικοποιηθεί στον Ποινικό Κώδικα (άρθρο 370) (βλ. και άρθρο 59 του Serious Crime Act 2007, με το οποίο καταργήθηκε στην Αγγλία το εν λόγω αδίκημα του κοινοδικαίου, για να αναμορφωθεί στο Part 2 του Serious Crime Act 2007 υπό τον τίτλο «Encouraging or assisting crime - Inchoate Offences»).

Η διάσταση αυτή καταγράφεται, ειδικά σε ότι αφορά στα εγκλήματα εκφοράς ρατσιστικού λόγου, στο προαναφερθέν άρθρο «Η ποινική 19 αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα» (ανωτέρω), ως εξής: «Ο όρος «υποκίνηση», που χρησιμοποιείται και στο άρθρο 170 παρ.2 ΠΚ, γίνεται δεκτό ότι καλύπτει κατά βάση την ηθική αυτουργία στην τέλεση μιας συγκεκριμένης πράξης, στοιχειοθετείται όμως και όταν κάποιος διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στην τέλεση της (βλ. Ι. Μανωλεδάκη, «Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, β έκδ., εκδ. Σάκκουλα, 1994, σ.140).» Σημειώνεται ότι ο ελληνικός νόμος (ν.4285/2014) δεν αναφέρεται μόνο σε «υποκίνηση» αλλά και σε «προτροπή», «πρόκληση» και «διέγερση», έννοιες οι οποίες, όπως σημειώνεται στο ίδιο άρθρο, εν πολλοίς ταυτίζονται ως διαβαθμίσεις της πρόκλησης για τέλεση ενός εγκλήματος που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην έννοια της προτροπής που χρησιμοποιούσε ήδη από το 1979 ο νομοθέτης (ν.917/1979).

Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο Άρειος Πάγος ερμηνεύοντας την έννοια της προτροπής, την έχει ταυτίσει με την «παρότρυνση, παρόρμηση, διέγερση, ενθάρρυνση και παρακίνηση». Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί στο στάδιο αυτό η υπεράσπιση να εγείρει θέμα μη στοιχειοθέτησης των κατηγοριών 1 και 11, επικαλούμενη την υποχρέωση που έχει ένα πρωτόδικο 20 δικαστήριο στο στάδιο της παραδοχής να καταγράψει μη παραδοχή όταν τα γεγονότα που εκτίθενται κατά την αγόρευση προς μετριασμό της ποινής είναι ασυμβίβαστα με την παραδοχή της κατηγορίας (Klonarou v. District Officer of Famagusta (1963) 1 CLR 47 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους (2004) 2 ΑΑΔ 166). Για να μπορούσαν οι εφεσίβλητες να εγείρουν τέτοιο ζήτημα στο στάδιο της έφεσης θα έπρεπε να καταχωρίσουν έφεση με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 135(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, σύμφωνα με το οποίο πρόσωπο που βρέθηκε ένοχο και καταδικάστηκε μετά από παραδοχή δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά της καταδίκης για το λόγο ότι τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο κατηγορητήριο, τα οποία αυτός παραδέχθηκε, δεν αποκαλύπτουν ποινικό αδίκημα. Εφόσον δεν έχει εφεσιβληθεί η καταδίκη επί της παραδοχής δεν μπορεί τώρα να εγείρεται ζήτημα μη στοιχειοθέτησης των κατηγοριών και να ζητείται η επανεκδίκαση ή η αθώωση των εφεσιβλήτων (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 140/14, ημερ. 8.4.2015). Το δε ζήτημα της προώθησης εκδοχής ασυμβίβαστης με την παραδοχή είναι διαφορετικό (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 213). Ούτε έχει τεθεί ζήτημα διαφοροποίησης της ποινικής μεταχείρισης μεταξύ των δύο εφεσιβλήτων. 21 Παραμένει όμως ως γεγονός ότι παρά την ασυγκράτητη χυδαιότητα και την μανιώδη προκατάληψη των εφεσιβλήτων, δεν επρόκειτο για περίπτωση οργανωμένης υποκίνησης μίσους ή βίας. Υπό τις περιστάσεις, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν κατέταξε το αδίκημα της 1ης και 11ης κατηγορίας στις σοβαρές περιπτώσεις διάπραξης τέτοιου αδικήματος (άρθρο 3(1) του Νόμου), επιβάλλοντας μόνο χρηματική ποινή. Για τους λόγους που εξηγήσαμε δεν θα επέμβουμε σε ότι αφορά στην επιλογή του δικαστηρίου να επιβάλει χρηματική ποινή, την οποία όμως, λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση του αδικήματος και το προβλεπόμενο από το Νόμο όριο χρηματικής ποινής, θεωρούμε υπέρμετρα χαμηλή. Από την άλλη όμως οι καθαυτών πράξεις των εφεσιβλήτων αποτελούσαν εκδηλώσεις «εγκλήματος μίσους» και όχι απλές παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα, κάτι που διέλαθε εντελώς της προσοχής του πρωτόδικου δικαστηρίου. «Εγκλήματα μίσους». Η φύση των «εγκλημάτων μίσους», επεξηγείται στην έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Directorate–General Justice, Justice 22 Programme: Rights, Equality and Citizenship Programme and Pilot Projects, 2014, of DG Justice με τίτλο «Εγκλήματα Μίσους», European Judicial Training Project, Ελληνικό Συμβούλιο για τους πρόσφυγες:2 «Τα εγκλήµατα µίσους είναι ποινικά αδικήµατα που διαπράττονται µε κίνητρο την προκατάληψη. Ως εκ τούτου, αποκαλούνται κοινώς εγκλήµατα «λόγω προκαταλήψεων», και ο χαρακτηρισµός αυτός φέρνει στο προσκήνιο τα δύο καθοριστικά τους χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι η διαπραχθείσα πράξη πρέπει να αναγνωρίζεται ως αξιόποινη πράξη σύµφωνα µε το εθνικό ή το διεθνές ποινικό δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, και παρά τις µικρές αποκλίσεις µεταξύ των κρατών ως προς την ακριβή σειρά των συµπεριφορών που µπορούν να θεωρηθούν ως συνιστώσες ποινικού αδικήµατος (σε αντίθεση µε το παράπτωµα, για παράδειγµα), η πρώτη προϋπόθεση ενός εγκλήµατος µίσους είναι ένα βαθιά εδραιωµένο και βασικό χαρακτηριστικό κάθε νοµικού συστήµατος σε κάθε κοινωνία του κόσµου. Παραδείγµατα εγκληµάτων µίσους µπορεί να περιλαµβάνουν - ενδεικτικά και όχι περιοριστικά- πράξεις απειλής ή/και άλλες προσπάθειες εκφοβισµού, βλάβη της περιουσίας, επίθεση και ανθρωποκτονία. Το δεύτερο διακριτικό χαρακτηριστικό, ωστόσο, το οποίο χρησιµεύει επίσης για να διαφοροποιήσει τα εγκλήµατα µίσους από άλλα εγκλήµατα, είναι λιγότερο απτό και εύκολο να προσδιοριστεί, καθώς αφορά το βαθύτερο κίνητρο , που προκάλεσε την πράξη. Δηλαδή, προκειµένου ένα αδίκηµα να συνιστά έγκληµα µίσους, σε αντίθεση µε ένα συνηθισµένο αδίκηµα του ποινικού νόµου, ο δράστης ή οι δράστες κινούµενοι από µια προκατειληµµένη άποψη, εγγενώς συνδεδεµένη µε τα πραγµατικά ή υποτιθέµενα ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά, προστατευόµενα από το 2 www.gcr.gr/media/k2/attachments/GR-Hate-Crimes.pdf. 23 δίκαιο- ενός προσώπου - και καθιστώντας έτσι στόχο στα µάτια του δράστη. …» Με άλλα λόγια «εγκλήματα μίσους» εν τη εννοία της ΑπόφασηςΠλαίσιο, έστω και αν δεν χρησιμοποιείται εκεί ο όρος αυτός, είναι τα κοινά εγκλήματα του Ποινικού Κώδικα ή άλλου ποινικού νόμου («βασικά εγκλήματα», «basic crimes») τα οποία διαπράττονται με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα.

Σε τέτοια περίπτωση επιβάλλεται με το άρθρο 4 της ΑπόφασηςΠλαίσιο η υποχρέωση στα κράτη μέλη όπως λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, να εξασφαλίζεται ότι τα ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα θα θεωρούνται επιβαρυντικές περιστάσεις ή εναλλακτικά, ότι τα κίνητρα αυτά θα λαμβάνονται υπόψιν από τα δικαστήρια κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η Κύπρος έχει ακολουθήσει την πρώτη επιλογή που προβλέπεται στο άρθρο 4 εισάγοντας στον Ποινικό Κώδικα την υποχρέωση να θεωρούνται τα ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα επιβαρυντικό στοιχείο για όλα τα εγκλήματα (βλ. Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης 24 Νοεμβρίου 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου, ημερ. 27.1.2014, COM (2014) 27 final, σελ.8).3 Αρχικά υπήρχε σχετική πρόνοια στον Νόμο, αργότερα όμως η πρόνοια αυτή διαγράφηκε και εισήχθη σχετική πρόνοια στον Ποινικό Κώδικα με την προσθήκη του άρθρου 35Α, σύμφωνα με το οποίο: «Το Δικαστήριο, στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών του κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής, δύναται να λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα το κίνητρο της προκατάληψης κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, των γενεαλογικών καταβολών, του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου.» Το άρθρο αυτό δεν περιελήφθη στην έκθεση αδικήματος. Η παράλειψη όμως αναγραφής του άρθρου 35Α, το οποίο δεν αποτελεί την πρόνοια που δημιουργεί το αδίκημα,4 αλλά απευθύνεται στο δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, δεν εμπόδιζε το δικαστήριο να το επικαλεστεί και εν πάση περιπτώσει να δώσει τη 3 Άλλες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία επέλεξαν όπως το ρατσιστικό ή ξενοφοβικό κίνητρο συνιστά επιβαρυντική περίσταση μόνο αναφορικά με ορισμένα (συχνά βίαια) εγκλήματα όπως η ανθρωποκτονία και οι σοβαρές σωματικές βλάβες, ibid, σελ.8. 4 Έτι περαιτέρω έχει αποφασιστεί ότι η παράλειψη αναγραφής στο κατηγορητήριο ακόμα του άρθρου 20 ή του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα δεν συνιστά ουσιώδη παρατυπία (Constantinides v. Republic (1977) 2 CLR 337, Fourri and others v. The Republic (1980) 2 CLR 152, Ξυδιάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 174, Nίκη Μιχαήλ και άλλη ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 362). 25 δέουσα βαρύτητα στην καθοριστική αυτή πτυχή του επεισοδίου. Άλλωστε θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, υποχρέωση των κυπριακών δικαστηρίων η πρόσδοση σοβαρού επιβαρυντικού παράγοντα στις περιπτώσεις που το κίνητρο διάπραξης του εγκλήματος είναι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία.

Στην απόφαση Theofilou v. Republic (1984) 2 CLR 114 αναγνωρίστηκε ότι η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση που αποκλείεται τόσο από το Μέρος 2 του Συντάγματος (Άρθρο 8) όσο και από τις γενικές αρχές του δικαίου, συνιστά διαγωγή η οποία συνεπάγεται αυστηρή τιμωρία. Τα κυπριακά Δικαστήρια πρέπει να υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τιμωρούν με παραδειγματικό τρόπο πράξεις που μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (Π.Π. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 457). Το απαύγασμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) σε ότι αφορά την αντιμετώπιση υποθέσεων βίας με ρατσιστικά κίνητρα διαφαίνεται από το ακόλουθο απόσπασμα από την έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Agency for Fundamental Rights, FRA): 5 5 http://fra.europa.eu/en/publications-and-resources, fra.europa.eu/sites/default/files/fra-factsheet_hatecrime_el_final.pdf. 26 «Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) έχει αποφανθεί επανειλημμένα ότι οι χώρες πρέπει να αναφέρουν ρητά το κίνητρο στην περίπτωση φυλετικών εγκλημάτων ή εγκλημάτων τα οποία τελέστηκαν λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων του θύματος. Η παράβλεψη της προκατάληψης ως κινήτρου για την τέλεση ενός εγκλήματος συνιστά παραβίαση του άρθρου 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Το ΕΔΑΔ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις προκαταλήψεις ως κίνητρο για την τέλεση εγκλημάτων μίσους, καθώς η θυματοποίηση ανθρώπων λόγω της πραγματικής ή της εικαζόμενης υπόστασής τους μεταφέρει ένα ιδιαίτερα ταπεινωτικό μήνυμα: ότι το θύμα δεν είναι ένα άτομο με ξεχωριστή προσωπικότητα, ικανότητες και εμπειρίες, αλλά ένα απρόσωπο μέλος μιας ομάδας η οποία φέρει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Με αυτόν τον τρόπο υποδηλώνεται ότι τα δικαιώματα αυτής της ομάδας μπορούν –ή ακόμη πρέπει– να παραβλέπονται, γεγονός που συνιστά κατάφωρη παραβίαση των βασικών αρχών της ΕΕ για τη δημοκρατία και την ισότητα.» Στην υπόθεση Škorjanec v. Κροατίας, Αρ. Προσφ. 25536/14, ημερ. 28.3.2017 υποδείχθηκε ότι: «Η αντιμετώπιση της βίας με ρατσιστικά κίνητρα και της βιαιότητας σε ισότιμη βάση με τις υποθέσεις που δεν έχουν ρατσιστικές ιδιαιτερότητες θα ισοδυναμούσε με την αποφυγή αντιμετώπισης της ειδικής φύσης πράξεων ιδιαίτερα καταστροφικών για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Η έλλειψη διακρίσεως ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις είναι δυνατό να συνιστά αδικαιολόγητη μεταχείριση ασυμβίβαστη με το άρθρο 14 της Συμβάσεως.» 27 Πολύ περισσότερο στην υπόθεση Identoba και άλλοι ν. Γεωργίας, Αρ. Προσφ. 73235/12, ημερ. 12.5.2015 έγινε λόγος για συναίνεση και συνενοχή εφόσον αποφασίστηκε ότι: «…χωρίς αυστηρή προσέγγιση από τις αρχές επιβολής του νόμου, τα εγκλήματα που προκαλούνται από προκατάληψη θα αντιμετωπίζονται σε ίση βάση με συνήθεις υποθέσεις που δεν έχουν τέτοιες αποχρώσεις και η προκύπτουσα αδιαφορία θα ισοδυναμεί με την επίσημη συναίνεση ή ακόμα και συνενοχή όσον αφορά τα εγκλήματα μίσους.» Επίσης στην υπόθεση Király και Dömötör v. Ουγγαρίας, Αρ. Προσφ. 63409/11, ημερ. 17.1.2017, έγινε λόγος για νομιμοποίηση ή και ανοχή τέτοιων συμπεριφορών εάν τα εγκλήματα μίσους δεν αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη αυστηρότητα: «Το Δικαστήριο εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι η εν λόγω αντιμετώπιση θα μπορούσε να θεωρηθεί από το κοινό ως νομιμοποίηση ή/και ανοχή τέτοιων συμπεριφορών εκ μέρους του κράτους.» Η ανάγκη για διαφοροποίηση από τα κοινά εγκλήματα και για πιο αυστηρή αντιμετώπιση είναι προφανής. Όπως αναφέρεται στην έκδοση «Εγκλήματα Μίσους» (ανωτέρω): «Τα εγκλήματα µίσους αρνούνται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ατομικότητα του θύματος και προσβάλλουν την αρχή ότι κάθε άτοµο έχει δικαίωμα στην ισότιμη προστασία του νόμου. (ODIHR, (2014), 28 Prosecuting Hate Crimes: A Practical Guide, διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.osce.org/odihr/prosecutorsguide?download=true, p.15). Είναι προφανές ότι η ανάγκη αντιμετώπισης των εγκλημάτων µίσους πηγάζει όχι µόνο από την ανάγκη δικαίωσης του θύματος (-ων) του αδικήματος αλλά και από την ανάγκη να επιβεβαιωθεί ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι νόμοι είναι πράγματι ίσοι για όλους και ότι η δικαιοσύνη είναι τυφλή στην ιδιότητά της να προστατεύει την ατομικότητα κάθε πολίτη. Τελικά, πρόκειται για την εξασφάλιση ότι οι δημοκρατικές αξίες, στην πράξη, διατηρούνται μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες και συμβάλλουν έτσι στην καθιέρωση ειρηνικών κοινωνικών σχέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι νόμοι περί των εγκλημάτων µίσους εξυπηρετούν δύο λειτουργίες: μια συμβολική, που στοχεύει να μεταβιβάσει µε σαφήνεια το μήνυμα ότι η βία που έχει ως κίνητρο την προκατάληψη δεν είναι ανεκτή, και μια προστατευτική, µε στόχο τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ευάλωτων ατόμων και ομάδων (INHS (Διεθνές Δίκτυο για τις Μελέτες Μίσους), (2016), ο. α.).»

Στην έκδοση «Εγκλήματα Μίσους» (ανωτέρω) υποδεικνύεται επίσης ότι τα εγκλήματα μίσους έχουν πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από εκείνες των συνήθων εγκλημάτων εφόσον τα θύματα στοχοποιούνται όχι για κάτι που έχουν κάνει αλλά με βάση την ίδια την ταυτότητα τους που τους παρέχει την αίσθηση ότι ανήκουν και κυρίως μια αίσθηση αυτοπροσδιορισμού. «Κατά συνέπεια, τα εγκλήματα μίσους έχουν πολύ βαθύτερο ψυχολογικό αντίκτυπο στην ιδιωτική ζωή του θύματος και, μεταξύ άλλων, μπορούν να δημιουργήσουν φόβο για τη σωματική του ακεραιότητα, άγχος και κατάθλιψη.» Αλλά δυσμενείς 29 επιπτώσεις έχουν σε όλα τα μέλη της ομάδας που μοιράζονται το συγκεκριμένο προστατευόμενο χαρακτηριστικό το οποίο προκάλεσε το έγκλημα μίσους. Εφόσον και αυτά μπορεί να αισθάνονται φοβισμένα ή απειλούμενα από την σκέψη ότι μπορεί να αποτελέσουν θύματα παρόμοιου εγκλήματος στο μέλλον (σελ.13-14). Στην υπόθεση Király (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «Κάθε αρνητικό στερεότυπο σε σχέση με μια ομάδα, όταν φθάνει σε ένα ορισμένο επίπεδο, είναι ικανό να επηρεάσει την αίσθηση ταυτότητας της ομάδας και τα συναισθήματα της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης των μελών της ομάδας. Με αυτή την έννοια μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την ιδιωτική ζωή των μελών της ομάδας.»

Εν προκειμένω, με τον δέοντα σεβασμό, δεν ευσταθεί η εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι εφεσίβλητες αντέδρασαν επειδή η παραπονούμενη τις βιντεογραφούσε. Το κίνητρο τους είχε σαφώς εκφύγει από τα στενά αυτά πλαίσια. Ήταν χωρίς αμφιβολία ρατσιστικό. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, ναι μεν οι εφεσίβλητες έθεσαν στην παραπονούμενη «γιατί τους βκάλει φωτογραφίες», αλλά αυτό έγινε εν μέσω μιας κατευθείαν και συνεχούς υβριστικής επίθεσης η οποία δεν είχε απλώς στο επίκεντρο της τη ρατσιστική προκατάληψη, αλλά ήταν 30 μια αδιάλειπτη καθ’ ολοκληρίαν ρατσιστική επίθεση. Όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω δεν τέθηκε θέμα διαφοροποίησης της ποινικής μεταχείρισης μεταξύ των δύο εφεσιβλήτων ως εκ του ρόλου της κάθε μιας στο επεισόδιο. Η πρώτη εφεσίβλητη φαίνεται να ήταν πιο υβριστική, όμως η συμπεριφορά της δεύτερης εφεσίβλητης παρέμενε εξίσου σοβαρή εφόσον επιτέθηκε δύο φορές στην παραπονούμενη με αποκορύφωμα το εξευτελιστικό φτύσιμο και μάλιστα όταν η πρώτη εφεσίβλητη είπε «εννα της δώσω μια πατσαρκά, να δεις ήντα που να της κάμω» η δεύτερη «περιαυτολογώντας» την ενθάρρυνε λέγοντας της «εγώ έδωκα της θκυο (δύο)». Η ρατσιστική επίθεση εκδηλώθηκε ταυτόχρονα και από τις δύο εφεσίβλητες, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εντοπισμού διακριτού ρόλου. Ακόμα και αν θα μπορούσε να λεχθεί ότι αντέδρασαν λόγω της βιντεογράφησης και, περαιτέρω έστω και αν τούτο θα μπορούσε να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, πρόκληση, η ρατσιστική επίθεση δεν παύει να είναι τέτοια όταν υπάρχει πρόκληση εκ μέρους του θύματος, λ.χ. ενόχληση από ένα μετανάστη στην πολυκατοικία όπου διαμένουν με τον δράστη, εάν η πράξη οφείλεται στο μίσος που διαμορφώνεται εναντίον του θύματος λόγω της ένταξης του στη συγκεκριμένη ομάδα (βλ. «Η ποινική αντιμετώπιση του 31 ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα», ανωτέρω). Τέτοια ήταν η υπό κρίση περίπτωση. Στην παραδοχή δεν θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία, εφόσον δεν υπήρχαν περιθώρια αμφισβήτησης των γεγονότων. Ασφαλώς δε δεν επρόκειτο για παρεξήγηση και δυσκολία συνεννόησης, όπως το έθεσε η υπεράσπιση.

Είναι όμως γεγονός ότι οι εφεσίβλητες και ιδίως η πρώτη εφεσίβλητη, έχουν ήδη υποστεί σοβαρή εξωδικαστηριακή τιμωρία λόγω του δημόσιου διασυρμού τους και των συνεπειών του. Είναι επίσης γεγονός ότι δεν επρόκειτο για οργανωμένη και προσχεδιασμένη εκδήλωση ρατσισμού, αλλά για ένα επεισόδιο ακραία απερίσκεπτης, αντικοινωνικής, ανάγωγης και εν τέλει ανόητης συμπεριφοράς. Αυτά όμως δεν το αποχρωματίζουν ως επεισόδιο ρατσιστικού μίσους ώστε να έπρεπε να επιβληθούν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές και όχι να περιοριστεί η επιμέτρηση τους στα συνήθη πλαίσια.

Περαιτέρω, το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε θεωρώντας ότι η παραπονούμενη δέχθηκε μόνο φραστική επίθεση και ότι οι εφεσίβλητες δεν της επιτέθηκαν με την χρήση σωματικής βίας. Όμως με βάση τα γεγονότα δέχθηκε επίθεση από αμφότερες, περιλαμβανομένου και εξευτελιστικού φτυσίματος από τη δεύτερη εφεσίβλητη. Αρμόζουσα ήταν η ποινή φυλάκισης.

Μόνο με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές μπορεί να τιμωρηθεί κατά τρόπο αναμορφωτικό, ανταποδοτικό και δίκαιο η απαράδεκτη απαξίωση μέχρι μίσους ενός συνανθρώπου μας επειδή είναι διαφορετικός λόγω εθνικότητας ή εθνοτικής προέλευσης, γλώσσας, θρησκείας και φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, φύλου, σωματικής ή και ψυχικής αναπηρίας. Μόνο με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές μπορεί να δοθεί το μήνυμα στους επίδοξους δράστες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές από την κοινωνία, αλλά και μήνυμα ελπίδας και υποστήριξης σε όσους κινδυνεύουν από τέτοιες συμπεριφορές ώστε να αισθάνονται ασφάλεια.

Εν όψει της διαπίστωσης για την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, οι προσωπικές περιστάσεις, αν και δεν εκμηδενίζονται, έχουν περιορισμένη ή και περιθωριακή σημασία. 

Θα προχωρήσουμε στην επιβολή ποινών φυλάκισης στις κατηγορίες που βασίζονται στον Ποινικό Κώδικα, σε συνδυασμό, όπου προβλέπεται από το νόμο, με χρηματικές ποινές, ως οφειλόμενη εκδήλωση αποτρεπτικής αυστηρότητας.

Δεν θα επιβάλουμε ποινή στην κατηγορία που βασίζεται στον Νόμο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε. Βία εναντίον ανηλίκου μέλους της οικογένειας υπό την έννοια της ψυχικής βλάβης με βάση το άρθρο 3 του Νόμου είναι η βία που ασκείται από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της οικογένειας στην παρουσία του ανηλίκου μέλους της οικογένειας, εφόσον δύναται να προκαλέσει σε αυτό ψυχική βλάβη.

Πρώτη εφεσίβλητη Στην 1η κατηγορία (υποκίνηση βίας ή μίσους) επιβάλλεται χρηματική ποινή €3.000. Στη 2η κατηγορία (κοινή επίθεση), 2 μήνες φυλάκιση και χρηματική ποινή €300. Στην 3η κατηγορία (ανησυχία), 1 μήνα φυλάκιση. Στην 4η κατηγορία (απειλή), 2 μήνες φυλάκιση. 34 Στην 5η κατηγορία (δημόσια εξύβριση), 15 ημέρες φυλάκιση και χρηματική ποινή €100.

Στην 6η κατηγορία (συμπεριφορά με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας), ουδεμία ποινή. Δεύτερη εφεσίβλητη Στην 7η κατηγορία (δημόσια εξύβριση), 15 ημέρες φυλάκιση και χρηματική ποινή €100. Στην 9η κατηγορία (κοινή επίθεση), 2 μήνες φυλάκιση και χρηματική ποινή €300.

Στην 10η κατηγορία (κοινή επίθεση), 2 μήνες φυλάκιση. Στην 11η κατηγορία (υποκίνηση βίας ή μίσους), επιβάλλεται χρηματική ποινή €3.000. Στην 12η κατηγορία (άσεμνη πράξη), 2 μήνες φυλάκισης. Οι ποινές να συντρέχουν.

Λαμβάνοντας υπόψιν το χρόνο που παρήλθε και τις συνέπειες που εξωδικαστηριακά υπέστησαν μέσα στην ίδια την κοινωνία οι εφεσίβλητες στο μεταξύ και με δεδομένο ότι δεν επρόκειτο για ένα οργανωμένο επεισόδιο ρατσιστικής βίας, θεωρούμε ότι υπάρχουν περιθώρια αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης, υπό τον όρο ότι οι εφεσίβλητες δεν θα τελέσουν άλλο αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση εντός τριών ετών. 

Εξηγείται η φύση της αναστολής στις εφεσίβλητες και επισύρεται η προσοχή τους στον όρο της αναστολής.

Οι χρηματικές ποινές να καταβληθούν αμέσως.