Σκέψου να φιγουράρει το όνομά σου στην ταυτότητα του ηλίθιου παιδιού σου
Ας μην κρυβόμαστε. Το αληθινό πρόβλημα δεν είναι η μη αναγραφή των ονομάτων των γονέων στις νέες ταυτότητες, έτσι δεν είναι;
Η κωλοτούμπα της κυβέρνησης στο θέμα των ταυτοτήτων, θα επαναφέρει τελικά την αναγραφή των ονομάτων των γονέων, δείχνει δυστυχώς την κατάσταση που θα ζούμε μέχρι τις προεδρικές του ‘28.
Ας μην κρυβόμαστε. Το αληθινό πρόβλημα δεν είναι η μη αναγραφή των ονομάτων των γονέων στις νέες ταυτότητες, έτσι δεν είναι;
Το ότι ζούμε από καθαρή τύχη στον πελλότοπο λίγο πολύ το έχουμε αποδεχτεί, αν και πλέον είμαι βέβαιος ότι ο Ιούλιος θέλει να μας σκοτώσει ή τέλος πάντων να τελειώσει τη δουλειά που ξεκίνησε το ‘74.
Ως γνωστόν στην Κύπρο, ο καλύτερος τρόπος να κρύψεις ένα σκάνδαλο είναι σε δημόσια θέα. Και πιο συγκεκριμένα στα γρανάζια του εγχώριου συστήματος δικαιοσύνης που κινείται με τόσο αργούς ρυθμούς που μπροστά του ο αγαπημένος βραδύποδας δημόσιος υπάλληλος του Zootopia μοιάζει με τα Μπιπ Μπιπ που μάταια προσπαθεί να πιάσει το κογιότ. Από κει και πέρα αναλαμβάνει ο σκληρός, αδυσώπητος χρόνος που όλα τα γιατρεύει για «λόγους δημοσίου συμφέροντος».
‘Ενα πράγμα πιο εκνευριστικό από μια ανίκανη κυβέρνηση είναι μια ανίκανη κυβέρνηση χωρίς ίχνος επίγνωσης της ανικανότητάς της.
Χρειάστηκαν έξι ολόκληροι μήνες, δύο παρατάσεις, μια πολυμελής ανακριτική ομάδα της Αστυνομίας και 26 ώρες πρωτογενούς αμοντάριστου οπτικοακουστικού υλικού, μόνο και μόνο για να καταλήξουμε στο ίδιο ακριβώς αφήγημα που είχε πλασάρει το Προεδρικό από την πρώτη κιόλας μέρα: ότι το επίμαχο βίντεο ήταν προϊόν μοντάζ, οι πρωταγωνιστές έλεγαν «αερολογίες και φαφλατισμούς» (εν τω μεταξύ πιο... μπούμερ ορολογία πεθαίνεις) και ότι όλα εντάσσονται σε μια «υβριδική επίθεση» κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας (γιατί όλοι οι εχθροί μας κοιμούνται και ξυπνούν με τη σκέψη πως θα καταστρέψουν τη... Σιγκαπούρη της Μεσογείου που έχτισε ο Πρόεδρος με τα χεράκια του).
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον, κάθομαι μπροστά από ένα κενό Google Doc πασχίζοντας γι’ αυτό που κάθε χρόνο μοιάζει ακατόρθωτο: να γράψω ένα (σχεδόν ψυχαναγκαστικό) κείμενο για τη μαύρη επέτειο της 20ης Ιουλίου χωρίς εκείνη τη γαμημένη αίσθηση του deja vu. Χωρίς να νιώθω ότι ανακυκλώνω την ίδια οργή, την ίδια αγανάκτηση, τις ίδιες προειδοποιήσεις περί «τελευταίας ευκαιρίας» και «κρίσιμων καμπών», τις ίδιες νουθεσίες προς την ηγεσία περί «ιστορικής ευθύνης» και «να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων», ή με την ίδια -πικρή- διαπίστωση ότι κάθε χρόνο όλο και λιγότεροι επιθυμούν πραγματικά λύση.
Ξεχάστε ό,τι ξέρατε για το κινηματογραφικό έπος. Ο Christopher Nolan δεν γύρισε μια ταινία εποχής, ούτε ένα συμβατικό action blockbuster τύπου Troy (αν και ένα άδειο, ανεγκέφαλο action/fantasy θα καθόταν καλύτερα με τον ακροδεξιό όχλο που έσπευσε να ακυρώσει την ταινία χωρίς καν να την έχει δει).
Δεν υπάρχει επιστροφή από το να χάνεις το παιδί σου. Ρώτησε οποιονδήποτε γονέα έζησε το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να του συμβεί και θα πάρεις την ίδια ακριβώς απάντηση, όσο χρονών κι αν είναι, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει: ο χρόνος σταματά, ο αέρας αδειάζει από τους πνεύμονες και η ύπαρξη τερματίζεται, ακόμα και αν η καρδιά συνεχίζει μηχανικά να χτυπά. Ανθρώπινες γάτες του Schrödinger, ζωντανοί και νεκροί ταυτόχρονα, απλά συνεχίζουν – είτε γιατί έχουν άλλα παιδιά, είτε γιατί βρήκαν κάποιον σκοπό, είτε απλά επειδή δεν έχουν τη δύναμη να το τελειώσουν.
«Το Μαρί έπρεπε να είναι ο δικός μας Μάης του ‘68 όμως κατάντησε σαν τον Ραδιομαραθώνιο. Δηλαδή μια ευκαιρία για το κράτος να δείξει ότι στηρίζει την προσπάθεια των πολιτών να καλύψουν τη δική του ανεπάρκεια».
Μιλώντας με τον ευρωβουλευτή μας Λουκά Φουρλά για το πολύ σημαντικό ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου –μετά από δική του πρωτοβουλία και εισήγηση της Ελεονώρας Μελέτη– σχετικά με τον αντίκτυπο της τουρκικής εισβολής στις γυναίκες και τα κορίτσια της Κύπρου, μου μετέφερε ένα περιστατικό που με σόκαρε μεν αλλά δεν με εξέπληξε.
Ζούμε στη χώρα όπου η λέξη «πρόληψη» προκαλεί αναφυλαξία, στον τόπο όπου είμαστε εξαιρετικοί στο να διαχειριζόμαστε τη ζημιά αφού γίνει, αλλά πάσχουμε δραματικά στο να την προλαβαίνουμε. Λες και δεν αξίζει τον κόπο ή το χρήμα, λες και μπορούμε μόνο να διαχειριστούμε κάτι χειροπιαστό όπως η ζημιά, η τραγωδία, η καταστροφή παρά κάτι θεωρητικό και αόριστο όπως η προστασία, η πρόληψη και η αποφυγή.




