Η υπόθεση ξεκίνησε το 2021, όταν υποψήφιος προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαδικασίας επιλογής. Μετά από πολυετή δικαστική διαδικασία, το Δικαστήριο έκανε δεκτούς ουσιώδεις λόγους ακύρωσης και ακύρωσε τη σχετική διοικητική πράξη.
Σύμφωνα με την απόφαση, το Δικαστήριο εντόπισε πλημμέλειες που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την αποτίμηση των κριτηρίων του Σχεδίου Υπηρεσίας, τη βαρύτητα που αποδόθηκε στην επιπρόσθετη επαγγελματική πείρα, ζητήματα αιτιολόγησης της απόφασης και τη διοικητική έρευνα που είχε προηγηθεί.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο εξέτασε αυτοτελώς τους ισχυρισμούς που αφορούσαν τις προφορικές συνεντεύξεις και τους απέρριψε. Στην απόφαση αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «Καταλήγοντας θα απορρίψω τους λόγους ακύρωσης ως προς πλημμέλειες στις προφορικές συνεντεύξεις», ενώ σημειώνεται επίσης ότι «δεν διαπιστώνεται πλημμέλεια τους ή της παρασχεθείσας αιτιολογίας των».
Παρά τα πιο πάνω, στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξέτασης, το ΤΕΠΑΚ απέστειλε πρόσφατα πρόσκληση προς τον αιτητή για νέα συμμετοχή σε προφορική συνέντευξη.
Η εξέλιξη αυτή εγείρει ερωτήματα ως προς τον τρόπο συμμόρφωσης της διοίκησης με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο είναι συμβατή με το σκεπτικό της απόφασης η επανάληψη ενός σταδίου της διαδικασίας, το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε νομική πλημμέλεια.
Επισημαίνεται ότι η διεξαγωγή νέων συνεντεύξεων δημιουργεί νέο αξιολογικό υλικό και νέα συγκριτική βάση μεταξύ των υποψηφίων, διαφοροποιώντας ουσιαστικά τα πραγματικά δεδομένα επί των οποίων εκδόθηκε η αρχική δικαστική κρίση.
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή των ακυρωτικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων και τα όρια της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης κατά τη διαδικασία συμμόρφωσης.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και η ανθρώπινη διάσταση της υπόθεσης. Μετά από έξι χρόνια δικαστικών διαδικασιών, σημαντικό οικονομικό κόστος, πολύχρονη προετοιμασία και ψυχική επιβάρυνση, ο αιτητής βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να συμμετάσχει εκ νέου σε διαδικασία αξιολόγησης, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, τον επαναφέρει ουσιαστικά στο σημείο από όπου ξεκίνησε η διαφορά.
Η υπόθεση θέτει στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου: ποιο είναι το πρακτικό αποτέλεσμα μιας δικαστικής δικαίωσης όταν ο πολίτης καλείται να επαναλάβει στάδια της διαδικασίας που δεν ακυρώθηκαν από το Δικαστήριο; Πόσες φορές μπορεί να απαιτηθεί νέα προσφυγή για την ίδια ουσιαστικά υπόθεση μέχρι να εφαρμοστεί πλήρως μια δικαστική απόφαση; Και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν λανθασμένες διοικητικές αποφάσεις οδηγούν σε πολυετείς δικαστικές διαμάχες, σημαντική οικονομική επιβάρυνση και θεσμική έκθεση ενός δημόσιου πανεπιστημίου;
Η υπόθεση αναμένεται να απασχολήσει εκ νέου τη δικαιοσύνη, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τη σημασία της ουσιαστικής συμμόρφωσης της δημόσιας διοίκησης προς τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ως βασικής προϋπόθεσης για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και την εύρυθμη λειτουργία του κράτους δικαίου.