Η απόφαση του Ανωτάτου επαναφέρει στο προσκήνιο τις αυστηρές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση ενταλμάτων έρευνας, υπογραμμίζοντας ότι οι Αρχές πρέπει να παρουσιάζουν συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία και όχι απλές γενικές αναφορές ή συμπεράσματα.
Η υπόθεση άρχισε να διερευνάται τον Ιούνιο του 2025, όταν η Αστυνομία έλαβε πληροφορία ότι η επιχειρηματίας, ηλικίας τότε 37 ετών, φέρεται να παραλάμβανε μεγάλα χρηματικά ποσά κατόπιν οδηγιών του Γιώργου Ζαβράντωνα, ο οποίος κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές.
Στο πλαίσιο των ερευνών που ακολούθησαν, πραγματοποιήθηκαν έρευνες στην οικία της, καθώς και σε υποστατικά προσώπων του συγγενικού και φιλικού της περιβάλλοντος. Κατά τις έρευνες εντοπίστηκαν κινητά τηλέφωνα, ένας πίνακας ζωγραφικής και το ποσό των €309,67, ενώ η ίδια είχε συλληφθεί.
Ακολούθως, μέσω του Κεντρικού Μητρώου της Κεντρικής Τράπεζας, οι Αρχές εντόπισαν ότι η επιχειρηματίας διατηρούσε δύο τραπεζικές θυρίδες σε υποκατάστημα τράπεζας στη Λευκωσία. Παράλληλα, η Αστυνομία επικαλέστηκε νέα πληροφορία σχετικά με αδικαιολόγητα υπερκέρδη σε επιχειρήσεις που συνδέονταν με την ίδια.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, εξασφαλίστηκε στις 1 Ιουλίου 2025 ένταλμα έρευνας για τις δύο θυρίδες.
Η πλευρά της Νάταλυ Τζιαπούρα προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση του εντάλματος μέσω προνομιακού εντάλματος Certiorari. Το αίτημα έγινε δεκτό πρωτόδικα, με τον Γενικό Εισαγγελέα να καταχωρίζει έφεση υποστηρίζοντας ότι υπήρχε επαρκές μαρτυρικό υλικό για την έκδοση του εντάλματος.
Το Εφετείο, ωστόσο, απέρριψε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής και επικύρωσε την ακυρωτική απόφαση.
Σύμφωνα με την απόφαση, η ένορκη δήλωση που υποβλήθηκε από την Αστυνομία περιείχε γενικές και συμπερασματικές αναφορές, χωρίς να παρουσιάζονται τα συγκεκριμένα πρωτογενή στοιχεία που στήριζαν τις πληροφορίες των ανακριτών.
Το Ανώτατο ξεκαθάρισε ότι ο δικαστής που καλείται να εκδώσει ένταλμα έρευνας πρέπει να σχηματίζει ανεξάρτητη και αντικειμενική κρίση στη βάση συγκεκριμένων δεδομένων και όχι να υιοθετεί απλώς τα συμπεράσματα των Αρχών.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η προηγούμενη σύλληψη ενός προσώπου ή η διενέργεια ερευνών σε άλλους χώρους δεν δημιουργεί αυτόματα δικαίωμα για έρευνα νέων χώρων, όπως τραπεζικές θυρίδες, χωρίς πρόσθετη και επαρκή υποστηρικτική μαρτυρία.
Μετά την απόφαση αυτή, το Ανώτατο απέρριψε την έφεση της Δημοκρατίας και επέβαλε έξοδα ύψους €3.000 πλέον ΦΠΑ εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα.