Long story short το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), με επικεφαλής τον 35χρονο Ούλριχ Σίγκμουντ, σάρωσε στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ κερδίζοντας την πρώτη θέση με 43,8% εξασφαλίζοντας 39 από τις 83 έδρες και χάνοντας την αυτοδυναμία μόλις για τρεις έδρες. Το κυβερνών χριστιανοδημοκρατικό CDU του νέου πρωθυπουργού του κρατιδίου, Σβεν Σούλτσε, είδε τα ποσοστά του να πέφτουν κάτω από το μισό σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές (από 37% στο 17,2%). Παρά τον εκλογικό της θρίαμβο, η ηγεσία της AfD (Σίγκμουντ, Βάιντελ, Χρουπάλα) μάλλον δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση, καθώς όλα τα υπόλοιπα κόμματα διατηρούν τον «αντιπυρικό τοίχο» (το λεγόμενο Brandmauer) και αρνούνται οποιαδήποτε συνεργασία. Το παράδοξο είναι ότι για να μείνει η AfD εκτός κυβέρνησης, τα υπόλοιπα (εντελώς ετερόκλητα μεταξύ τους) κόμματα -από τους Χριστιανοδημοκράτες μέχρι την Αριστερά (παραδοσιακή και συντηρητική) και τους Πράσινους- θα πρέπει να συγκροτήσουν έναν εξαιρετικά εύθραυστο συνασπισμό πολλών κομμάτων. Ο ίδιος ο υποψήφιος της AfD, Ούλριχ Σίγκμουντ, δήλωσε χαρακτηριστικά πως αν δεν υπάρξει κυβέρνηση και πάμε σε νέες εκλογές, «τότε θα πάρουμε 50% ή 55%». Και πολύ πιθανό να συμβεί αυτό ακριβώς.
Μετά το αρχικό σοκ (που δεν θα έπρεπε καν να είναι) άρχισε το blame game για το τι φταίει που ένα πρώην ανατολικογερμανικό κρατίδιο (δηλαδή πρώην κομμουνιστές) το γύρισε σε μια νύχτα στους ξεπλένηδες των Ναζί. Κατ’ αρχάς δεν έγινε εν μια νυκτί, η AfD δούλεψε σκληρά και μεθοδικά για να φτάσει στην κορυφή, και κατά δεύτερον η φιλορωσική στάση του ακούγεται σαν... Τσαϊκόφσκι στ’ αυτιά των ακροαριστερών. Προσθέστε επίσης τη δριμεία κριτική στον καπιταλισμό, τον ευρωσκεπτικισμό και την πολιτική κλειστών συνόρων (θεματικές επίσης προσφιλείς στους ακροαριστερούς) κι έχουμε μια αρκετά σαφή εικόνα γιατί η AfD τραβάει κόσμο από όλα τα ρεύματα. Γι’ αυτό και εμφανίστηκε σχεδόν με το «καλημέρα» η γνώριμη πλέον καραμέλα ότι για την άνοδο της ακροδεξιάς φταίμε οι «προοδευτικοί» και οι «νεοφιλελεύθεροι» που δεν γίναμε σαν τα μούτρα τους. Τουλάχιστον τα μισά και παραπάνω κείμενα που διάβασα για το θέμα μιλούσαν ευθέως ή περιείχαν αιχμές για τις ευθύνες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και της ΕΕ που εστίασαν σε λάθος πολιτικές (ανθρώπινα δικαιώματα, στήριξη Ουκρανίας, αντιφασιστικό ανάχωμα, μετριοπάθεια στο μεταναστευτικό, πράσινη ανάπτυξη, κλιματική αλλαγή) με αποτέλεσμα να αφήσουν άλυτα τα σοβαρά, υπαρκτά προβλήματα του απλού κόσμου και να τον ρίξουν στην αγκαλιά της ακροδεξιάς.
Συγγενική της παραπάνω είναι και η ρητορική κατά του λεγόμενου Brandmauer του «αντιπυρικού τείχους» που έχουν υψώσει τα παραδοσιακά δημοκρατικά κόμματα (και κυρίως το συντηρητικό CDU), αρνούμενα οποιαδήποτε συνεργασία, διάλογο ή κυβερνητικό συνασπισμό με το AfD. Οι επικριτές του ισχυρίζονται πως χάρη σε αυτόν τον αποκλεισμό η AfD όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε, αλλά απεναντίας γιγαντώθηκε και έγινε το κόμμα-καταφύγιο για όποιον νιώθει θυμωμένος, περιθωριοποιημένος, ή φοβισμένος. Ισχυρίζονται ακόμα ότι η ακροδεξιά δεν νικιέται με νομικά τερτίπια, μποϊκοτάζ και ταμπέλες στα κανάλια αλλά μόνο αν λύσεις τα πραγματικά προβλήματα που την τρέφουν: ακρίβεια, ανασφάλεια και μεταναστευτικό. Αν της στερήσεις δηλαδή το οξυγόνο. Βέβαια, ακόμα κι αυτό το περιβόητο τείχος αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με φτηνιάρικη γυψοσανίδα. Στη Σαξονία-Άνχαλτ είδαμε ήδη τις πρώτες «αντισυστημικές» φωνές -με προεξάρχουσα τη νεοπαγή «συντηρητική αριστερά» της Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW)- να κλείνουν πονηρά το μάτι και να μην αποκλείουν εντελώς τη στήριξη στον Σίγκμουντ για την πρωθυπουργία του κρατιδίου. Η Βάγκενκνεχτ εν τω μεταξύ είναι άλλη περιπτωσάρα. Η τύπισσα πήρε την οικονομική ατζέντα της παλαιάς, παραδοσιακής Αριστεράς -δηλαδή αυξήσεις μισθών, ισχυρό κράτος πρόνοιας, φορολόγηση των πλουσίων, ισχυρά συνδικάτα- και την ένωσε με την κοινωνική ατζέντα της Δεξιάς: αυστηρά κλειστά σύνορα, απελάσεις, νόμος και τάξη. Βασικά απευθύνθηκε στον μέσο εργάτη που παλεύει να βγάλει τον μήνα, και ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, για τα pronouns, για το αν θα τρώμε λιγότερο κρέας για να σώσουμε τον πλανήτη ή για τις ταυτότητες φύλου και του είπε ξεκάθαρα «τέρμα η δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, πάμε να μιλήσουμε ξανά για το ψωμί μας». Και δούλεψε καθώς μπήκε το στη Βουλή με 5,3% τραβώντας ψήφους τόσο από την παραδοσιακή αριστερά όσο κι από την ακροδεξιά.
Υπάρχει κάποια λογική σε όλα αυτά, όμως απέχουν παρασάγγας απ’ το να θεωρούνται η απόλυτη αλήθεια. Περισσότερο ακούγονται σαν δικαιολογίες όσων βρίσκουν ελκυστικά τα κελεύσματα της ακροδεξιάς αλλά διστάζουν να το παραδεχθούν ίσως από φόβο, ιδεολογική αγκύλωση ή/και ντροπή. Το να ρίξεις την ευθύνη στις πολιτικές του δημοκρατικού τόξου (που φυσικά και δεν είναι τέλειες και αξίζουν σκληρής κριτικής) για το γεγονός ότι πολίτες επέλεξαν συνειδητά την ακροδεξιά, δείχνει ότι περισσότερο σε ενδιαφέρει η κατάρρευση του πρώτου παρά η άνοδος της δεύτερης - ειδικά όταν η τελευταία αποτελεί τον παραδοσιακό σου μπαμπούλα που μαντρώνει τους ομοϊδεάτες σου. Η άνοδος της ακροδεξιάς δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά ή κυρίως στις φιλελεύθερες πολιτικές. Πρόκειται για μια πολυπαραγοντική διαδικασία, στην οποία καθοριστικό ρόλο έχουν παίξει η οικονομική ανασφάλεια, η παγκοσμιοποίηση, οι ανισότητες και η αποξένωση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα που η αλήθεια είναι πως συχνά απογοητεύει. Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι αποτέλεσμα «προοδευτικών πολιτικών», αλλά πολύπλοκων παγκόσμιων εξελίξεων και της αδυναμίας πολλών κυβερνήσεων -συμπεριλαμβανομένων και των συντηρητικών- να ανταποκριθούν σε αυτές. Η ακροδεξιά έχει επενδύσει συστηματικά στη διαμόρφωση ενός απλουστευτικού και συναισθηματικά φορτισμένου αφηγήματος, το οποίο βασικά χαϊδεύει τις ανησυχίες των πολιτών. Αξιοποιώντας την απογοήτευση από τις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ, παρουσιάζει τον εαυτό της ως «αντισυστημικό», ενώ στην πραγματικότητα υιοθετεί πολιτικές που συχνά εξυπηρετούν τα ίδια οικονομικά συμφέροντα που καταγγέλλει.
Το Brandmauer καλά κάνει και υπάρχει, είναι ίσως το τελευταίο ανάχωμα αξιοπρέπειας του δημοκρατικού τόξου πριν υποταχθεί ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα στις ορέξεις της ακροδεξιάς. Η δικαιολογία ότι οδήγησε στο θέριεμα της ακροδεξιάς είναι αυτό ακριβώς, δικαιολογία, αισχρές προφάσεις εν αμαρτίαις προκειμένου να αρθεί το εμπάργκο και να εισαχθεί η ακροδεξιά από τη μπροστινή πόρτα σαν ίσος συνομιλητής, συνεργάτης και εν τέλει συγκυβερνήτης. Στην Ελλάδα που έχει ανυψωθεί παρόμοιο τείχος -με μπροστάρισσα τη δεξιά Νέα Δημοκρατία- μια χαρά απαξιωμένη και περιορισμένη είναι η ακροδεξιά. Δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστεί per se, ο Κασιδιάρης ετοιμάζεται για ηχηρό comeback, όμως τουλάχιστον το δημοκρατικό τόξο κρατάει τα προσχήματα και διατηρεί την αξιοπρέπεια να μην χαριεντίζεται με τα ορφανά των εγκληματιών της Χρυσής Αυγής. Μιλώντας για τα ορφανά της ΧΑ, στην Κύπρο συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Brandmauer δεν υψώθηκε ποτέ, απεναντίας όλα τα κόμματα -πλην ΑΚΕΛ- αγκάλιασαν το ΕΛΑΜ από την πρώτη μέρα ανάγοντας το κόμμα του σωφέρ του Μιχαλολιάκου σε ισότιμους συνομιλητές και συνεργάτες στη Βουλή. Πρώτος ο ΔΗΣΥ, επί παντοδυναμίας Αναστασιάδη και Αβέρωφ, κανονικοποίησαν το ακροδεξιό παρακλάδι πιστεύοντας ότι θα το μετατρέψουν σε Συναγερμικό δεκανίκι, όμως το φίδι θέριεψε και τους δάγκωσε τον πισινό. Για να φτάσουμε στις πρόσφατες διεργασίες για την εκλογή Προέδρου της Βουλής όπου είδαμε κραταιούς «δημοκρατικούς θεματοφύλακες» όχι μόνο να μην αποκλείουν αλλά να επιδιώκουν συνεργασία με το ΕΛΑΜ για την καρέκλα (και να τους σκάει στα μούτρα). Σήμερα, η κυπριακή πολιτική ηγεσία παρακολουθεί αμήχανα την επισκεπτόμενη ελληνική να αρνείται να συναντηθεί με τους ΕΛΑΜίτες όταν οι ίδιοι πέφτουν στο κρεβάτι μαζί τους χωρίς ίχνος ντροπής. Χωρίς Brandmauer και με τις ευλογίες πολιτών και κομματικού συστήματος η ακροδεξιά στην Κύπρο αναδείχθηκε τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας, ρυθμιστής εντός Βουλής και ανεπίσημος εταίρος της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη, καταρρίπτοντας το σαθρό επιχείρημα ότι «η απομόνωση οδηγεί στη ραγδαία άνοδο».
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τα κεντρώα και συντηρητικά κόμματα πρέπει να ξεχάσουν δικαιώματα, συμπερίληψη και «woke ατζέντα», να σκληρύνουν τη στάση τους ειδικά στο μεταναστευτικό και να μιλήσουν «τη γλώσσα της AfD» για να της κόψουν τη φόρα. Αν όμως τα παραδοσιακά κόμματα αρχίζουν να κανονικοποιούν την ατζέντα της ακροδεξιάς για να γίνουν αρεστά, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να της στρώσουν το χαλί. Όπως έλεγε παλιά ο Ζαν-Μαρί Λεπέν στη Γαλλία, «ο ψηφοφόρος στο τέλος θα προτιμήσει πάντα το πρωτότυπο από το αντίγραφο». Κι αυτό είναι ίσως το μόνο στο οποίο συμφωνώ μαζί τους...