Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy

Διαδικασίες επίλυσης διαφορών στον τομέα κατασκευών στην Κύπρο

19.04.2022
14:33
Business News

Διαδικασίες επίλυσης διαφορών στον τομέα κατασκευών στην Κύπρο

* Θέα Παύλου, Associate, Harris Kyriakides

Οι αστικές διαφορές σε θέματα που αφορούν στον τομέα των κατασκευών έχουν αυξηθεί κατακόρυφα σε διεθνές επίπεδο. Στην πρόσφατη έκθεση ‘2021 Global Construction Disputes Report’ της Arcadis αναφορικά με τις κατασκευαστικές διαφορές, καταγράφεται σε παγκόσμιο επίπεδο ότι η μέση αξία μιας αστικής διαφοράς στον κατασκευαστικό τομέα κυμάνθηκε σε $54,26 εκατομμύρια το 2020, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση συγκριτικά με $30,7 εκατομμύρια το 2019. Στην ηπειρωτική Ευρώπη η μέση αξία διαφορών στον κατασκευαστικό τομέα εκτοξεύτηκε σε $54.4 εκατομμύρια το 2020 από $24.5 εκατομμύρια το 2019. Την ίδια ώρα, τα στατιστικά που αφορούν στη μέση διάρκεια επίλυσης διαφορών στον κατασκευαστικό τομέα στην Ευρώπη καταγράφουν μείωση στους 13,4 μήνες το 2020 από τους 15 μήνες το 2019, δεικνύοντας ότι, παρά το γεγονός ότι ο κατασκευαστικός τομέας ολοένα και διευρύνεται, η προσπάθεια είναι να συντμηθούν οι χρόνοι επίλυσης των διαφορών. Η κατάσταση αυτή δεν αφορά βεβαίως την Κύπρο, όπου παρατηρείται μεγάλη δυσχέρεια ως προς το χρόνο επίλυσης τέτοιων διαφορών ενώ σοβαρότατα προβλήματα καθυστερήσεων προκύπτουν ιδιαίτερα στα κατασκευαστικά έργα που κατακυρώνονται στα πλαίσια δημόσιων συμβάσεων, είτε αυτά περιέχουν πρόνοιες για δικαστική επίλυση των διαφορών είτε για διαιτησία.

Αυτή η κατάσταση πρέπει άμεσα να διορθωθεί με την υιοθέτηση εξειδικευμένων και συγκεκριμένων διαδικασιών επίλυσης κατασκευαστικών διαφορών. Υπό το φως της κατάστασης που βρίσκεται σήμερα η αστική δικαιοσύνη, η καταφυγή σε δικαστική επίλυση διαφορών στον κατασκευαστικό τομέα είναι ανέφικτη. Είναι γνωστό ότι η Κύπρος βρίσκεται ήδη στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το χρόνο δικαστικής επίλυσης διαφορών και η εκδίκαση εξειδικευμένων υποθέσεων που απαιτούν τεχνικές γνώσεις και κατάρτιση, εξειδίκευση, τεράστιο όγκο εγγράφων, επιστημονικές λεπτομέρειες και τεχνογνωσία από τα υφιστάμενα αστικά δικαστήρια στην κατάσταση που διάγουν σήμερα, είναι μια ανέφικτη λύση. Συνεπώς, οι λύσεις που θα πρέπει να δοθούν θα πρέπει να αφορούν είτε τη δημιουργία ενός νέου εξειδικευμένου αστικού δικαστηρίου επίλυσης κατασκευαστικών διαφορών (στα πρότυπα του Εμπορικού Δικαστηρίου ή του Ναυτοδικείου που προωθούνται με ειδικά νομοσχέδια) είτε τη δημιουργία ενός εξειδικευμένου διαιτητικού δικαστηρίου που να μπορεί να επιλύσει τις διαφορές αυτές εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, με ταχύτατες και ευέλικτες διαδικασίες. Αυτό, βεβαίως, προϋποθέτει είτε νομοθετική ρύθμιση είτε εδραίωση μιας κουλτούρας εισαγωγής διαιτητικής ρήτρας σε σχετικές συμφωνίες, η οποία είναι μάλλον δύσκολο εγχείρημα και δεν ενδείκνυται.

Χώρες του εξωτερικού που νοιάζονται για την ποιότητα, ταχύτητα και το εν γένει επίπεδο της δικαιοσύνης τους έχουν εδώ και χρόνια αντιμετωπίσει το πρόβλημα συστήνοντας εξειδικευμένα δικαστήρια, των οποίων η δημοτικότητα ολοένα και αυξάνεται. Αυτό οφείλεται σε σειρά πρόσθετων προτερημάτων που προσφέρουν τα εν λόγω δικαστήρια σε σύγκριση με τα κοινά αστικά δικαστήρια ή τη διαιτησία, όπως τη δυνατότητα εξέτασης όλων των ζητημάτων σε μία ενιαία δικαστική διαδικασία, την ανυπαρξία του κινδύνου αμφισβήτησης των διαιτητικών αποφάσεων καθώς και της μείωσης των λόγων έφεσης επί της τελικής απόφασης. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο Τεχνολογίας και Κατασκευών του Ηνωμένου Βασιλείου απαρτίζεται από περισσότερους από 40 ειδικούς δικαστές και σημαντικό του πλεονέκτημα είναι η μέση διάρκεια εκδίκασης μίας υπόθεσης η οποία κυμαίνεται από 12 ως 18 μήνες. Το εν λόγω δικαστήριο έχει και ενεργό ρόλο στην εκτέλεση των αποφάσεων που δίδονται από πραγματογνώμονες ενώ επίσης επιλαμβάνεται και προσφυγών επί διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν κατασκευαστικά έργα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το Τμήμα Τεχνολογίας και Κατασκευών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα,με έδρα το Ντουμπάι, το οποίο έχει υιοθετήσει σειρά μέτρων που προσβλέπουν στην ταχύτερη επίλυση των διαφορών. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των υποθέσεων του αυξήθηκε σημαντικά και οι αξίες των απαιτήσεων ενώπιόν του αυξήθηκαν κατά 72% από το 2019 ως το 2020, φτάνοντας τα 2,7 δισεκατομμύρια δολάρια.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να υιοθετηθούν εναλλακτικές μέθοδοι επίλυσης διαφορών (ΕΜΕΔ), οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κατάλληλες περιπτώσεις όπου η δικαστική οδός δεν είναι απολύτως αναγκαία. Για να υπαχθεί μία διαφορά σε ΕΜΕΔ τα μέρη πρέπει είτε να εισαγάγουν τέτοιες ρήτρες κατά τη σύνταξη της σύμβασης είτε να το συναποφασίσουν αφότου προκύψει η διαφορά. Οι συχνότερες ΕΜΕΔ είναι οι ακόλουθες:

Διαπραγμάτευση (negotiation)
Αποτελεί βέλτιστη πρακτική τα μέρη να καταφεύγουν πρώτα σε διαπραγμάτευση προτού προχωρήσουν σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Κάθε μέρος ενθαρρύνεται να καταθέσει ανεπίσημα τις θέσεις του και ο διαπραγματευτής προσπαθεί να βοηθήσει τα μέρη να γεφυρώσουν τις διαφορές τους έτσι ώστε να καταλήξουν σε διευθέτηση. Στον κατασκευαστικό τομέα, η διαπραγμάτευση είναι χρήσιμη σε κάθε στάδιο του έργου και αυτό ισχύει και στην επίλυση των διαφορών που έχουν προκύψει.

Διαμεσολάβηση (mediation)
Στη διαμεσολάβηση ορίζεται από κοινού ένας αμερόληπτος τρίτος διαμεσολαβητής ο οποίος βοηθάει τα μέρη να επιλύσουν την διαφορά τους σε μία σειρά συναντήσεων και να φθάσουν σ’ ένα αμοιβαίο συμβιβασμό. Η διαδικασία είναι δομημένη και ο διαμεσολαβητής δεν λαμβάνει θέση ή απόφαση ενώ τα μέρη μπορούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να αποχωρήσουν. Στην Κύπρο, αυτή η επιλογή ρυθμίζεται κυρίως από τον Περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμο του 2012 (159(I)/2012) και υπάρχει σχετικό μητρώο διαμεσολαβητών. Η συμφωνία συμβιβασμού μπορεί να κατατεθεί στο Δικαστήριο προκειμένου να καταστεί εκτελεστή.

Διορισμός εμπειρογνώμονα (appointment of expert)
Ο εμπειρογνώμονας διορίζεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει διαφωνία επί τεχνικού θέματος, π.χ. εκτίμηση της αξίας ακίνητης ιδιοκτησίας ή μίας παραδοθείσας εργασίας. Συνήθως επιλέγεται απευθείας από τα μέρη ή μέσω του ΕΤΕΚ αλλά δύναται επίσης να διοριστεί στα πλαίσια διαιτησίας ή δικαστικής διαδικασίας. Ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να διερευνήσει τα αμφισβητούμενα θέματα και να συντάξει σχετική έκθεση, όμως δεν μπορεί να εκδώσει τελική και δεσμευτική απόφαση. Το πόρισμα του εμπειρογνώμονα μπορεί να αμφισβητηθεί για περιορισμένους λόγους.

Κριτική διαδικασία (adjudication)
Χρησιμοποιείται κυρίως σε εργοληπτικά συμβόλαια και αποτελεί συνήθως «προστάδιο» της διαιτησίας ή της δικαστικής επίλυσης. Η επιλογή του κριτή γίνεται στην αρχική συμφωνία ή συμφωνείται μεταγενέστερα ή διορίζεται βάσει των κανονισμών του ΕΤΕΚ. Η απόφαση είναι δεσμευτική μέχρις ότου ανατραπεί με μεταγενέστερη δικαστική ή διαιτητική απόφαση, εφόσον σε αυτή την περίπτωση η διαφορά εξετάζεται εξ υπαρχής από το δικαστήριο ή το διαιτητή.

Διαιτησία (arbitration)
Στη διαιτησία ένα τρίτο και αμερόληπτο μέρος, ο διαιτητής, αποφασίζει τελικώς επί μίας διαφοράς. Συνήθως διέπεται από ένα πιο απλουστευμένο διαδικαστικό πλαίσιο και εκδίδεται μία νομικά δεσμευτική και εκτελεστή απόφαση, η οποία εγγράφεται με αίτηση στο δικαστήριο και η οποία προσβάλλεται για περιορισμένους μόνο λόγους ενώπιον δικαστηρίου. Πλεονεκτήματα αυτής είναι ότι ο διαιτητής έχει εξειδικευμένη τεχνογνωσία, η διαδικασία είναι συνήθως ταχύτερη, εμπιστευτική και συνήθως οικονομικότερη από τη δικαστική διαδικασία. Επίσης, τα μέρη έχουν την ελευθερία να επιλέξουν τους δικούς τους κανονισμούς, τον διαιτητή, το νομικό πλαίσιο, τη γλώσσα της διαδικασίας καθώς και τον χρόνο και τόπο που θα διεξάγονται οι συνεδριάσεις. Στην Κύπρο, η διαιτησία διέπεται κυρίως από τον περί Διαιτησίας Νόμο (Κεφάλαιο 4), όμως δεν υπάρχει θεσπισμένο διαιτητικό δικαστήριο με γραμματεία κατά τα πρότυπα διαιτητικών δικαστηρίων άλλων χωρών, όπως π.χ. το London Court of International Arbitration (LCIA).

Τόσο οι ΕΜΕΔ όσο και τα ίδια τα δικαστήρια έχουν τύχει σημαντικής μεταρρύθμισης στο εξωτερικό κατά τρόπο που να συνάδει με τις ανάγκες της κοινωνίας. Αντιθέτως, στην Κύπρο παρατηρείται μία νομοθετική αδράνεια, τόσο αναφορικά με τα δικαστήρια όσο και με τις ΕΜΕΔ. Κομμάτι της επερχόμενης δικαστικής μεταρρύθμισης αποτελεί η ψήφιση του νόμου περί Εμπορικού Δικαστηρίου και Ναυτοδικείου. Ακολουθώντας το παράδειγμα των υπολοίπων χωρών και λαμβάνοντας υπόψη την ανοδική τάση ως προς τον αριθμό και αξία των κατασκευαστικών διαφορών, είναι απαραίτητο όπως εξεταστεί πάραυτα και το ενδεχόμενο σύστασης και ενός εξειδικευμένου δικαστηρίου το οποίο θα ασχολείται ειδικώς με ζητήματα του κατασκευαστικού τομέα. Παρά τα πλεονεκτήματα που φέρουν οι ΕΜΕΔ, αυτές στερούνται των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που θα είχε ένα ειδικό δικαστήριο κατασκευαστικών διαφορών, απαλλαγμένο από υπερβολική τυπολατρία, με συγκεκριμένες και αποτελεσματικές διαδικασίες και τεχνική κατάρτιση. Η σύσταση τέτοιου δικαστηρίου κατασκευαστικών διαφορών είναι απαραίτητη, τόσο για την αποσυμφόρηση του δικαστικού συστήματος όσο και για την επίλυση κατασκευαστικών διαφορών κατά τρόπο που να συνάδει με τις ελάχιστες απαιτήσεις της κοινωνίας, των δικαιωμάτων των πολιτών και του κράτους δικαίου.


*Η Θέα Παύλου είναι Associate του Εμπορικού Τμήματος της Harris Kyriakides.