Όταν οι τιμές των ακινήτων ακυρώνουν το μέλλον μιας ολόκληρης γενιάς
Μέσα από δημόσιες αναρτήσεις πολιτών και ζωντανά σχόλια, αποτυπώνεται ξεκάθαρα η οργή, η αγανάκτηση και η αίσθηση κοινωνικής ασφυξίας που βιώνουν πολλοί Κύπριοι.

Σε περιοχές όπως η Λάρνακα, πολίτες καταγγέλλουν τιμές «Μονακό» και «Νέας Υόρκης» σε οικοδομές που δεν ανταποκρίνονται ούτε στην ποιότητα, ούτε στην τοποθεσία. Οικόπεδα των 280.000 ευρώ, διαμερίσματα «τρύπες» των 220.000, μεσίτες που διαμορφώνουν κλίμα και νοοτροπία αισχροκέρδειας.

Δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι και η απόγνωση. Ζευγάρια που έψαχναν σπίτι επί δύο χρόνια, εξαντλώντας κάθε οικονομική τους δυνατότητα χωρίς ανταπόκριση.


Πολίτες που χαρακτηρίζουν τα 300.000 ευρώ «το νέο φθηνό». Άλλοι που δηλώνουν ευθαρσώς ότι αν δεν κινηθεί θεσμικά το κράτος, «η Κυπριακή κοινωνία θα γίνει κοινωνία ενοικιαστών χωρίς ελπίδα ιδιοκτησίας».


Η στέγη ως βασική ανάγκη - Δεν είναι πολυτέλεια
Η κατοικία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βασική, θεμελιώδης ανάγκη, στο ίδιο επίπεδο με την τροφή και την υγεία. Όταν, όμως, το δικαίωμα στη στέγη μετατρέπεται σε εμπόρευμα, με τιμές που ξεφεύγουν από κάθε λογική, τότε δημιουργείται ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα.
Η εκτόξευση των τιμών ακινήτων αποκλείει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους από τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα δικό τους σπίτι. Νέοι επαγγελματίες, οικογένειες με παιδιά, ακόμη και άτομα με σταθερό εισόδημα δεν μπορούν πλέον να μπουν στην αγορά χωρίς να δεσμευτούν με δάνεια δεκαετιών ή να αποδεχθούν χαμηλής ποιότητας λύσεις. Αυτό οδηγεί σε ανασφάλεια, καθυστερημένη ανεξαρτητοποίηση, απογοήτευση και αίσθημα αποτυχίας.
Ταυτόχρονα, η έλλειψη προσιτής στέγης πλήττει ευθέως τη δημογραφία. Όταν ένα ζευγάρι δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα σπίτι, αναβάλλει ή και ακυρώνει εντελώς την απόφαση για τεκνοποίηση. Οι νέοι δεν φεύγουν από τα σπίτια των γονιών τους, δημιουργώντας ένα «πάγωμα» στην κοινωνική κινητικότητα. Η κοινωνία γερνά, η παραγωγική ηλικία πιέζεται, και η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο γίνεται όλο και πιο μακρινή.
«Η Λάρνακα είναι το νέο Παρίσι»;
Ο σαρκασμός των πολιτών είναι το μόνο μέσο εκτόνωσης απέναντι σε ένα σύστημα που τους έχει ξεπεράσει. Το «μικρό Παρίσι», η Λάρνακα, η Λευκωσία και άλλες περιοχές παρουσιάζουν τιμές που δεν αντικατοπτρίζουν ούτε το βιωτικό επίπεδο των κατοίκων ούτε το πραγματικό κόστος κατασκευής. Για την Λεμεσό…ουδέν σχόλιο … εκεί οι τιμές είναι «διαστημικές»! Η αποσύνδεση μεταξύ τιμής και αξίας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε κοινωνικό αποκλεισμό.
Η Κυπριακή κοινωνία βιώνει ένα παράδοξο, από τη μία νέες πολυκατοικίες, projects, πολυτελείς κατοικίες. Από την άλλη, άδεια πορτοφόλια, εξαντλημένοι δανειολήπτες, νέα ζευγάρια χωρίς προοπτική στέγασης. Και κάπου εκεί, η αγανάκτηση γιγαντώνεται.
Πώς η ακρίβεια επηρεάζει την ψυχολογία και την κοινωνική δομή
Όταν το δικαίωμα στην κατοικία δεν είναι προσβάσιμο, αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, είναι βαθιά ψυχολογικό. Ο νέος που δεν μπορεί να ανεξαρτητοποιηθεί, το ζευγάρι που αναβάλλει επ’ αόριστον την απόκτηση παιδιών, ο πολίτης που δανείζεται για να πληρώσει ενοίκιο ή μια στέγη, όλοι αυτοί βιώνουν χρόνιο στρες, ανασφάλεια, απώλεια προοπτικής.
Η στέγαση είναι προϋπόθεση για να αισθανθεί κάποιος ασφαλής. Όταν η βασική αυτή ανάγκη γίνεται πολυτέλεια, τότε το κοινωνικό σώμα διαβρώνεται. Το αποτέλεσμα; Καθυστέρηση τεκνοποίησης, μείωση γεννήσεων, μετανάστευση νέων, αύξηση ανισοτήτων.
Το κράτος πρέπει να παρέμβει ουσιαστικά
Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να ρυθμίσει την αγορά. Κανείς δεν λέει να ελεγχθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία ή να καταστραφεί η ελεύθερη οικονομία. Η πολιτική δεν μπορεί να ευνοεί όσους αγοράζουν για κέρδος και να «τιμωρεί» όσους ψάχνουν να βρουν μια στέγη για την οικογένειά τους.
Απέναντι σε αυτή την κρίση, η απουσία θεσμικής αντίδρασης είναι εξοργιστική. Χρειάζεται άμεση χάραξη στεγαστικής πολιτικής που να έχει κοινωνικό πρόσημο. Ο πρώτος στόχος πρέπει να είναι η προστασία της πρώτης κατοικίας. Όχι μόνο με μηδενικό ΦΠΑ, αλλά με κίνητρα απόκτησης και πλαφόν στις τιμές πώλησης σε προγράμματα προσιτής στέγης.
Η κατοικία για ιδιοκατοίκηση δεν μπορεί να φορολογείται ή να αντιμετωπίζεται το ίδιο με επενδυτικές αγορές, εξοχικές κατοικίες ή πολυτελή projects. Το κράτος πρέπει να ξεχωρίσει την ανάγκη από την επένδυση. Να προστατεύσει τον πολίτη όχι τον κερδοσκόπο.
Το πρόβλημα της στέγασης είναι το κοινωνικό ζήτημα της επόμενης δεκαετίας. Και είτε θα λυθεί με πολιτική βούληση και κοινωνική ευαισθησία, είτε θα διευρύνει τον αποκλεισμό και την αδικία.
Η στέγη δεν είναι επένδυση για λίγους. Είναι το θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής. Και αν αυτό καταρρεύσει, θα μας πλακώσει όλους.