Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy

Στοιχεία από Υπ. Παιδείας: Συγκρίσιμα και ελαφρά βελτιωμένα φέτος τα αποτελέσματα α’ 4μηνου

16.03.2022
18:44
Κοινωνία

Τα αποτελέσματα της γραπτής αξιολόγησης α’ τετράμηνου και στις τρεις τάξεις του Λυκείου είναι εντελώς συγκρίσιμα με την προηγούμενη χρονιά ή και ελαφρά βελτιωμένα φέτος, δηλώνει το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας


Σε σημερινή ανακοίνωσή του, σχετικά με τα αποτελέσματα της γραπτής αξιολόγησης α’ τετράμηνου σε Λύκεια/Τεχνικές Σχολές, το Υπουργείο Παιδείας κάνει λόγο για σχόλια και δηλώσεις, με τα οποία «σκόπιμα δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις».

Όπως διευκρινίζει οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στη γραπτή αξιολόγηση α’ τετραμήνου και στις τρεις τάξεις του Λυκείου είναι ανάλογες με εκείνες των προηγούμενων δυο ετών και, αντίθετα με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν, δεν είναι χαμηλότερες, αλλά μάλλον υψηλότερες, ενώ σημειώνει ότι συγκρίνοντας ενδεικτικά τις επιδόσεις στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, φαίνεται ότι τόσο ο μέσος όρος βαθμολογίας, όσο και η τυπική απόκλιση στα αποτελέσματα του 2021-22, δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τα δυο προηγούμενα σχολικά έτη (για τα οποία μπορεί να γίνει σύγκριση).

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στην Α’ Λυκείου ο μέσος όρος του 2021-22 ήταν 11,93 έναντι 11,66 το 2020-21. Για την Β’ Λυκείου ήταν 11,80 το 2021-22 έναντι 11,29 το 2020-21 και για την Γ’ Λυκείου 11,00 έναντι 11,07.

Επίσης, σημειώνει ότι για την Β’ και Γ’ Λυκείου οι επιδόσεις συγκρινόμενες και με εκείνες του 2019-20 (για την Γ’ Λυκείου σύγκριση με τις τελικές εξετάσεις), ήταν φέτος ελαφρά υψηλότερες.

Σύμφωνα με το αρμόδιο Υπουργείο αναλυτικότερα, στην Α’ τάξη οι φετινές επιδόσεις (κατά μέσο όρο) ήταν ελαφρά υψηλότερες σε πέντε από τα δέκα εξεταζόμενα μαθήματα, ελαφρά χαμηλότερες σε τέσσερα από τα δέκα εξεταζόμενα μαθήματα και ακριβώς ίδιες στο δέκατο μάθημα, ενώ στη Β’ λυκείου ο μέσος όρος των φετινών επιδόσεων ήταν υψηλότερος σε 19 από τα 35 εξεταζόμενα μαθήματα, χαμηλότερος σε 12 από τα 35 και ίδιος σε τέσσερα.

Στην Γ’ Λυκείου, σημειώνει, ήταν υψηλότερος σε 21 από τα 30 εξεταζόμενα μαθήματα, χαμηλότερος σε 5 από τα 30 και ίδιος σε τέσσερα άλλα.

Όσον αφορά στην κατανομή των αποτελεσμάτων, το Υπουργείο Παιδείας αναφέρει πως φαίνεται ότι στην τεράστια πλειοψηφία των εξεταζόμενων μαθημάτων αυτή ακολουθεί μια κανονική καμπύλη, όπως θα αναμενόταν.

Εξάλλου, προσθέτει, όπως είναι καλά γνωστό, με τη θετική απόκλισή της, η προφορική αξιολόγηση οδηγεί σε αισθητά υψηλότερες τελικές αξιολογήσεις, για το σύνολο των μαθητών/τριών.

«Παραπληροφόρηση υπήρξε, επίσης, σχετικά με τους μαθητές/τριες που έχουν υψηλή βαθμολογία, με ανακριβείς αναφορές σε μαθητές/τριες που αναμενόταν να συμμετέχουν στα αγήματα των σχολείων και δήθεν σημείωσαν αποτυχία», συμπληρώνει το ΥΠΠΑΝ.

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στη Γ’ Λυκείου 9,3% των μαθητών/τριών είχαν στα Νέα Ελληνικά επίδοση μεταξύ 17 και 20/20, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα Μαθηματικά (κατ.) ήταν 13,2%, στη Φυσική (κατ.) 18,1%, στα Οικονομικά 15,9%, στην Ιστορία (κατ.) 11,1 %, στην Πληροφορική 49,5 %, στη Βιολογία (κατ.) 19,7%, στη Χημεία (κατ.) 29,3% και στα Αγγλικά (κατ.) 38,8%.

Επομένως, προσθέτει, «ένας μεγάλος αριθμός μαθητών/τριών αξιολογήθηκαν με τις υψηλότερες βαθμολογίες στα διάφορα μαθήματα και τα όσα σχετικά είτε προβλήθηκαν σε αρθρογραφία είτε και άλλως πώς ήταν ανακριβή».

Εξάλλου, το ΥΠΠΑΝ αναφέρει πως προβαίνει σε συστηματική ανάλυση του συνόλου των αξιολογήσεων, αξιοποιώντας επιστημονικές μαθηματικές/στατιστικές μεθόδους και καταγράφονται δεδομένα, εξετάζονται και αξιολογούνται με κριτήρια πέραν του απλού αριθμητικού μέσου όρου.

«Επιστημονικές μελέτες στατιστικής επεξεργασίας, μέσα από τις οποίες αξιολογείται έγκυρα ο βαθμός δυσκολίας, η εσωτερική δομή και η διαβάθμιση των εξεταστικών δοκιμίων στη βάση των αποτελεσμάτων, κατατίθενται και στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή για καλύτερη ενημέρωση», υπογραμμίζει.

Επιπλέον, αναφέρει πως για πρώτη φορά οι γραπτές αξιολογήσεις τετραμήνων δίνουν στους μαθητές/τριες βάσιμες ενδείξεις για την προσωπική πορεία τους και τις ενδεχόμενες ανάγκες στοχευμένης βελτίωσης, όπως επίσης παρέχουν και στους/στις εκπαιδευτικούς έγκυρα στοιχεία ως προς τα μαθησιακά αποτελέσματα, τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, αναπροσαρμόζοντας, εκεί όπου χρειάζεται, την πρακτική τους.

Ταυτόχρονα, το Υπουργείο σημειώνει ότι μπορεί να βασίζει τις πολιτικές και πρακτικές του σε αξιόπιστες ενδείξεις, προκειμένου να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση και βελτίωση των σχεδιασμών και της παιδαγωγικής πρακτικής στα σχολεία.

Καταληκτικά αναφέρει πως «στόχος μας είναι οι πολιτικές να στηρίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία και όχι μόνο σε δοξασίες ή εντυπώσεις».