Ωστόσο σύμφωνα με την επιστήμη η καλύτερη τακτική είναι να γίνει επικοινωνία το επόμενο πρωί.
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Journal of Social and Personal Relationships» διαπίστωσε ότι η λήψη μηνύματος το πρωί μετά από ένα ραντεβού αυξάνει την επιθυμία ενός ατόμου να επιδιώξει μια σχέση. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Leuphana στο Λύνεμπουργκ της Γερμανίας διαπίστωσαν ότι το μήνυμα αμέσως μετά το ραντεβού ήταν η δεύτερη πιο αποτελεσματική στρατηγική ενώ ακολουθούσε η καθυστέρηση δύο ημερών.
«Τα δεδομένα μας υποδηλώνουν ότι παρότι η έγκαιρη αποστολή μηνύματος είναι ωφέλιμη η αναμονή μέχρι το επόμενο πρωί όχι μόνο διατηρεί τα θετικά αποτελέσματα του να θεωρείται κάποιος ενδιαφερόμενος και αξιόπιστος αλλά ενισχύει και την πρόθεση του άλλου να επιδιώξει σχέση» αναφέρουν οι ερευνητές. Ωστόσο η υπερβολική αναμονή έχει αρνητικά αποτελέσματα και μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ.
Αξιολόγηση χημείας στο ραντεβού
Στη μελέτη ζητήθηκε από 500 συμμετέχοντες να φανταστούν ότι είχαν ένα ευχάριστο πρώτο ραντεβού σε ιταλικό εστιατόριο. Στη συνέχεια κλήθηκαν να αξιολογήσουν την επιθυμία τους να επιδιώξουν σχέση με το άτομο αυτό σε κλίμακα από το ένα έως το εννέα ανάλογα με το αν έλαβαν μήνυμα αμέσως μετά το επόμενο πρωί ή δύο ημέρες αργότερα.
Η λήψη μηνύματος το επόμενο πρωί συγκέντρωσε μέσο όρο 6,15, ακολουθούμενη από το μήνυμα αμέσως μετά με 5,8 και την αναμονή δύο ημερών με 5,5. Όταν τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν τη χημεία του ραντεβού στην ίδια κλίμακα, το επόμενο πρωί συγκέντρωσε 6,49, το άμεσο μήνυμα 6,41 και η αναμονή δύο ημερών 5,77.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι βαθμολογίες των γυναικών επηρεάζονταν περισσότερο από τον χρόνο αποστολής σε σύγκριση με των ανδρών, οι οποίοι ωστόσο ανταποκρίθηκαν πιο θετικά όταν δέχθηκαν μήνυμα την επόμενη ημέρα.
Το ενδιαφέρον
Οι συγγραφείς της μελέτης έγραψαν ότι η άμεση επικοινωνία αύξανε την αντίληψη ότι το άτομο που έστειλε το μήνυμα ενδιαφερόταν πραγματικά ενώ όσοι καθυστερούσαν θεωρούνταν λιγότερο αξιόπιστοι. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όσο νωρίτερα έστελνε μήνυμα ο αποστολέας, τόσο περισσότερο ο παραλήπτης πίστευε ότι εκείνος τον συμπαθούσε με τις γυναίκες να είναι πιο ευαίσθητες σε αυτό το φαινόμενο.
Με τη σειρά του το πόσο πίστευαν οι παραλήπτες ότι ο αποστολέας τους συμπαθούσε επηρέαζε θετικά το πόσο ελκυστικό τον έβρισκαν και το πόσο ισχυρή ήταν η πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε σχέση. Προηγούμενες επιστημονικές μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι οι ιστοσελίδες γνωριμιών που ισχυρίζονται πως ταιριάζουν ζευγάρια με βάση σύνθετους αλγόριθμους δεν λειτουργούν πραγματικά, καθώς η έλξη δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Άλλες έρευνες έχουν επίσης υποστηρίξει ότι η θεωρία πως τα αντίθετα έλκονται είναι μύθος και ότι οι άνθρωποι έλκονται κυρίως από όσους έχουν παρόμοιες απόψεις και αξίες με τους ίδιους.
ΠΗΓΗ: naftemporiki.gr