Οι ειδικοί του Πανεπιστημίου St. Andrews διαπίστωσαν, ειδικότερα, ότι οι γυναίκες ασθενείς είχαν λιγότερες πιθανότητες να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση, τοποθέτηση στεντ ή να τους χορηγηθούν δυνατά παυσίπονα. Το εν λόγω μοτίβο εμφανίστηκε, μάλιστα, σε διάφορες ιατρικές ειδικότητες.
Σταθερό μοτίβο σε όλες τις ιατρικές ειδικότητες
Οι ερευνητές εξέτασαν αρχικά 1.112 δημοσιευμένες μελέτες, εστιάζοντας σε εκείνες που συνέκριναν άμεσα τη φροντίδα που παρέχεται σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς. Μεταξύ των 38 μελετών που ανέλυσαν ιατρικά αρχεία ασθενών, οι 33 διαπίστωσαν στατιστικά σημαντική διαφορά στη θεραπεία που λάμβαναν γυναίκες και άνδρες.
Οι ανισότητες δεν περιορίζονταν σε μία μόνο ασθένεια ή ιατρική ειδικότητα. Παρόμοια μοτίβα παρατηρήθηκαν στην καρδιολογία, τη χειρουργική, τις μεταμοσχεύσεις και την επείγουσα περίθαλψη.
Σύμφωνα με την δρ. Miriam Veenhuizen, επίτιμη λέκτορα στη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου St. Andrews, τα αποτελέσματα ήταν, εν μέρει, αναμενόμενα. Προκάλεσε, ωστόσο, εντύπωση στους ερευνητές η συνέπεια που παρατηρήθηκε σε διάφορους τομείς υγειονομικής περίθαλψης.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σχεδόν καμία από τις μελέτες δεν εντόπισε κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες που να συνιστούν ρητά διαφορετική θεραπεία ανάλογα με το φύλο του ασθενούς. Αυτό αφήνει ένα σημαντικό ερώτημα αναπάντητο: Λαμβάνουν, τελικά, οι γυναίκες άνιση περίθαλψη;
Γυναίκες: Είναι το άγχος η μόνη ασθένεια που αντιμετωπίζουν;
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους γιατρούς να επανεξετάσουν τον τρόπο που λαμβάνουν αποφάσεις, ώστε να διαπιστώσουν εάν λαμβάνονται αποκλειστικά βάσει ιατρικών κριτηρίων και όχι βάσει υποθέσεων σχετικά με τους ασθενείς.
Ο δρ. Andrew O’Malley, συνυπεύθυνος της μελέτης, αναφέρθηκε ειδικότερα σε έρευνα που αφορούσε στη θεραπεία της προχωρημένης καρδιακής ανεπάρκειας – το συμπέρασμά της ήταν ότι, όταν οι ομάδες που έκριναν ποιοι ασθενείς έπρεπε να λάβουν προηγμένη θεραπεία λειτουργούσαν ανεπαρκώς, οι γυναίκες είχαν λιγότερες πιθανότητες να επιλεγούν. Άλλες έρευνες υποδηλώνουν ότι οι γιατροί ενδέχεται να αποδίδουν τα συμπτώματα των γυναικών στο άγχος, ενώ διαγνωστικά λάθη μπορεί να εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες ασθενείς, ακόμη κι όταν τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι θετικά.
Η νέα ανασκόπηση, ωστόσο, δεν προσφέρει μια ενιαία εξήγηση για τις παρατηρούμενες διαφορές στη θεραπεία. Αντίθετα, επισημαίνει ένα μοτίβο που, κατά την άποψη των ερευνητών, δικαιολογεί περαιτέρω διερεύνηση.
Η κληρονομιά της υποεκπροσώπησης των γυναικών στην έρευνα
Μια πιθανή αιτία εντοπίζεται πολύ νωρίτερα στην ιατρική διαδικασία: Τα επιστημονικά στοιχεία στα οποία βασίζεται η κλινική πρακτική.
Οι γυναίκες χαρακτηρίζονται διαχρονικά από υποεκπροσώπηση στις κλινικές δοκιμές, κάτι που αρχίζει να αλλάζει τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ορισμένες κατευθυντήριες οδηγίες και αποφάσεις θεραπείας να έχουν διαμορφωθεί με βάση επιστημονικά στοιχεία που προέρχονται δυσανάλογα από άνδρες συμμετέχοντες. Σύμφωνα με τον δρ. Veenhuizen, αυτή η ιστορική ανισορροπία θα μπορούσε να αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους συνεχίζουν να εμφανίζονται διαφορές στη σύγχρονη υγειονομική περίθαλψη.
Το επόμενο ερώτημα: Τι συμβαίνει όταν η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται στην κλινική;
Τα ευρήματα ενδέχεται, επίσης, να έχουν επιπτώσεις στην αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εκπαιδευτούν χρησιμοποιώντας τεράστιες ποσότητες υπάρχουσας ιατρικής βιβλιογραφίας και κλινικών αρχείων. Εάν αυτές αποτελούνται από δεδομένα άνισης διάγνωσης ή θεραπείας, υπάρχει ανησυχία ότι οι αλγόριθμοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να αναπαράγουν -ή ακόμη και να ενισχύσουν- αυτά τα πρότυπα όταν χρησιμοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου St. Andrews σχεδιάζουν τώρα να διερευνήσουν εάν οι διαφορές φύλου που εντοπίζονται στην ιατρική περίθαλψη εμφανίζονται επίσης στις απαντήσεις που παράγουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Διευκρινίζουν, παράλληλα, ότι τα τρέχοντα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι κάθε διαφορά στη θεραπεία μεταξύ ανδρών και γυναικών συνιστά διάκριση ή ακατάλληλη περίθαλψη. Οι μεμονωμένες αποφάσεις θεραπείας μπορούν να εξαρτώνται από πολυάριθμους κλινικούς παράγοντες. Ωστόσο, θέτουν ένα ερώτημα για την ιατρική: Όταν δύο ασθενείς παρουσιάζουν την ίδια πάθηση, οι αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα τους καθορίζονται εξ ολοκλήρου από τις κλινικές ανάγκες – ή μπορεί το φύλο να επηρεάζει τη θεραπεία που τους προσφέρεται;
Πηγή: ygeiamou.gr