logo
ΑΡΧΙΚΗ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ 2019
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
LIFESTYLE
ΑΘΛΗΤΙΚΑ
ΕΛΛΑΔΑ
ΚΟΣΜΟΣ
ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ 2019 ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΥΠΡΟΣ LIFESTYLE ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΛΛΑΔΑ ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΣΜΟΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΕΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΟΥΜΕ ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΙ ΑΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΠΑΡΑ-ΤΗΕΜΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΦΙΛΟΖΩΟΙ ΦΟΙΤΗ-TEXT

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Περιβαλλοντική καταστροφή, το βάλσαμο της μαγειρικής και σουρεαλισμός σε ελληνικές ταινίες

 13 Νοε 2020 Cinema

Περιβαλλοντική καταστροφή, το βάλσαμο της μαγειρικής και σουρεαλισμός σε τρεις ελληνικές ταινίες στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Με τη σχέση ανάμεσα σ’ ένα πατέρα και τον αποξενωμένο γιο του, με φόντο την περιβαλλοντική καταστροφή, καταπιάνεται ο Γιωργής Γρηγοράκης στην πρώτη του ταινία «Digger» (βραβείο CICAE στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου), που είδαμε στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του 61ου φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

Τον μεσήλικα Νικήτα (Βαγγέλης Μουρίκης) τον πρωτογνωρίζουμε από τα πρώτα πλάνα της ταινίας, να στέκεται και να βγάζει δυνατές κραυγές στην άκρη ενός βράχου, στη δασώδη, βουνίσια περιοχή όπου ζει, καλλιεργώντας κάστανα, καρύδια και διάφορα φρούτα - και φροντίζοντας τα ζώα του (κότες, ένα άλογο και το σκύλο του). Κραυγές, όπως θα καταλάβουμε αργότερα, ενάντια στη μεγάλη εταιρία εξόρυξης η οποία έχει κιόλας αρχίσει να καταστρέφει, για κερδοσκοπικούς λόγους, το δάσος και την περιοχή, προσφέροντάς του ένα σημαντικό ποσό για να της παραχωρήσει και τη δική του γη.

Η εταιρία εξόρυξης δεν είναι ο μόνος εχθρός του Νικήτα, όπως ανακαλύπτουμε μετά από λίγο, όταν, στην απομονωμένη στην καλύβα του στην κορφή του δάσους, καταφτάνει, ένα βράδυ, στη μοτοσυκλέτα του, ο αποξενωμένος γιος του, Γιάννης (Αργύρης Πανταζάρας), που πληροφορεί πως η μητέρα του (που είχε εγκαταλείψει τον Νικήτα εδώ και 20 χρόνια) έχει πεθάνει και πως ο ίδιος έχει έρθει για να απαιτήσει την κληρονομιά του – το μισό δηλαδή οικόπεδο στο οποίο ζει ο Νικήτας. Κι αρχίζει ένας αγώνας ανάμεσα στους δυο, με τον Νικήτα να προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι και το οικόπεδό του («το κρατάω και το αγαπάω διπλά (εννοώντας από τότε που τον εγκατέλειψε η σύζυγος)» θα πει στο γιο του, ο Νικήτας) και τον Γιάννη να προσπαθεί να τον πείσει να την πουλήσει.

Ανάμεσα στην πασαρέλα που κάνει καθημερινά με τη μηχανή του ο Γιάννης, μαζί και τις σχέσεις του με τους άλλους συνομήλικούς του στο χωριό της περιοχής (ανάμεσά τους και τη Μαρία – Σοφία Κόκκαλη - μπαργούμαν του μοναδικού κέντρου του χωριού, με την οποία αρχίζει και μια ερωτική σχέση) και τη σύγκρουσή του με τον πατέρα του (σύγκρουση που κάποια στιγμή φτάνει σε δραματικό αποκορύφωμα) με τον Νικήτα να προσπαθεί να φροντίσει την περιουσία του από τις κατολισθήσεις που με κάθε βροχή βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή του και να σώσει το δάσος που με την παρουσία της εταιρίας εξόρυξης έχει αρχίζει να αποψιλώνεται επικίνδυνα, παρακολουθούμε και τις ατέλειωτες συγκρούσεις ανάμεσα στους κατοίκους. Από τη μια, εκείνους που δέχονται την προσφορά της εταιρίας για να πουλήσουν τα κτήματά τους κι από την άλλη, εκείνους που εξακολουθούν να μάχονται για τη διάσωση του δάσους και του περιβάλλοντος - «το τελευταίο οχυρό», όπως λέει η Μαρία στον Γιάννη, που εξακολουθεί να υπερασπίζεται την πώληση του δικού τους κτήματος.

«Σύγχρονο γουέστερν» χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης την ταινία του. Με τη σύγκρουση ανάμεσα στο γιο και τον πατέρα να θυμίζει αντίστοιχους πεισματάρηδες άντρες της αμερικανικής εποποιίας, όπως και τη σύγκρουση ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού και την εταιρία εξόρυξης να θυμίζουν τους αγώνες των πιονιέρων της αμερικανικής Δύσης ενάντια στους αγελαδοτρόφους που κατέστρεφαν τους ελεύθερους ανοιχτούς ορίζοντες. Σύγκρουση που ο Γρηγοράκης αντιπαραθέτει με τη φύση και την ομορφιά της - με τα δέντρα, τη βροχή και το κτήμα του Νικήτα, περικυκλωμένο με άγρια βλάστηση, βουτηγμένο στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα του φθινοπώρου, όλα δοσμένα με μια φωτογραφία (του Γιώργου Καρβελά) η οποία δίνει μια ελεγειακή, ποιητική ομορφιά στους χώρους. Και με τον με λεπτομέρεια και πειστικότητα αναπτυγμένο χαρακτήρα του Νικήτα, τον οποίο ερμηνεύει με πάθος και δύναμη ο Βαγγέλης Μουρίκης.

Πράσινη θάλασσα

Με μια γυναίκα, την Άννα, να στέκεται αναποφάσιστη σ’ ένα πεζοδρόμιο και στη συνέχεια να περιφέρεται στην περιοχή της αγοράς, χωρίς να ξέρει (ή να ξέρουμε) τι ακριβώς θέλει, αρχίζει η ταινία «Πράσινη θάλασσα» της γνωστής μας τόσο από ταινίες ντοκιμαντέρ όσο και από ταινίες μυθοπλασίας Αγγελικής Αντωνίου («Οι άγνωστοι Αθηναίοι», «Eduart», «Δονούσα»). «Θέλω τη ζωή μου πίσω», θα πει κάποια στιγμή η Άννα (μια πολύ καλή Αγγελική Παπούλια), γυναίκα, όπως μαθαίνουμε, που πάσχει από αμνησία αλλά που δεν έχει ξεχάσει πώς να μαγειρεύει, κάτι που θα τη βοηθήσει να βρει δουλειά στη λαϊκή, παραθαλάσσια ταβέρνα που διευθύνει ο Ρούλα (το ίδιο καλός και ο Γιάννης Τσορτέκης).

Η μαγειρική της θα την τραβήξει και θα τη φέρει σ’ επαφή με πελάτες από την περιοχή, οι οποίοι αρχικά κουβαλάνε στο μαγαζί και το δικό τους φαγητό. Τα φαγητά της τους φέρνουν μνήμες από παλιές οικογενειακές μαγειρικές αλλά και βοηθάνε την ίδια να αποδεχτεί τη νέα της ζωή, τόσο με τον μοναχικό. «χαμένο» στο δικό του, σκοτεινό παρελθόν, Ρούλα, όσο και με τον ηλικιωμένο ζωγράφο που εγκαταλείπει το γηροκομείο για να βρει άσυλο στην ταβέρνα όπου αρχίζει να ζωγραφίζει την εμπνευσμένη από ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο, «πράσινη θάλασσα».

Η Αντωνίου καταγράφει την ψυχολογική πορεία της ηρωίδας της, με ντοκιμαντεριστική θα έλεγα λεπτομέρεια, με μια κάμερα που επιμένει στα κοντινά πλάνα, εξερευνώντας τις εκφράσεις με τις (από ένα σημείο και μετά) αλλαγές που αρχίζουν να δημιουργούν οι επαφές της καθώς και τις διάφορες σχέσεις που αναπτύσσει σταδιακά με τα γύρω πρόσωπα – μαζί κι ένα πελάτη που τη βοηθάει να φτιάξει το τζουκ-μποξ και διάφορα εργαλεία της κουζίνας, αλλά και να περάσει μαζί του ένα σύντομο φλερτ. Επαφές που, μαζί με το βάλσαμο της μαγειρικής, θα τη βοηθήσουν να ξεπεράσει το φράγμα της απελπισίας και της μοναξιάς που της έχει δημιουργήσει η αμνησία και ν’ ανακαλύψει τις αληθινές ανάγκες της και τον πραγματικό της, μακριά από μια ψεύτικη ζωή, εαυτό.

Kala azar

Τα ζώα (ζωντανά ή νεκρά) είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ταινία «Kala azar» (η λέξη αναφέρεται στην λεϊσμανίαση, δερματική ασθένεια με την οποία συνήθως προσβάλλονται τα σκυλιά) της Τζάνις Ραφαηλίδου. Το ασυνήθιστο ζευγάρι της ταινίας (Πηνελόπη Τσιλίκα – Δημήτρης Λάλος) αποτεφρώνει πτώματα ζώων είτε που τους παραδίνουν οι ιδιοκτήτες τους (γάτες, σκύλους, καναρίνια και άλλα κατοικίδια) είτε πτώματα ζώων, χτυπημένα από οδηγούς, τα οποία περισυλλέγουν από τους δρόμους.

Με σουρεαλιστικές συχνά εικόνες που μου θύμισαν άλλοτε τον Μακαβέγιεβ (του «WR. Τα μυστήρια του οργανισμού») και άλλοτε τον Μπουνιουέλ, η Ραφαηλίδου έφτιαξε μια συναρπαστική ταινία βουτηγμένη σε μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα, όπου το ντοκιμαντεριστικό στοιχείο συνδυάζεται με το σουρεαλισμό και με ένα στοιχείο όπου ο νατουραλισμός δημιουργεί εικόνες πέρα από κάθε πραγματικότητα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα όπου κυριαρχούν τα συνεχή γαβγίσματα των σκύλων και οι ήχοι των κουδουνιών των προβάτων, που χρησιμοποιούνται ως λάιτ-μοτίβ της ταινίας.

Σκηνές όπως εκείνες με τον ήρωα να ζητάει από τον ιδιοκτήτη του το όνομα και την ημερομηνία γέννησης του νεκρού καναρινιού που πρόκειται να αποτεφρώσει ή να κατουράει την πληγή στο πόδι του, ή έναν άλλο άντρα να καθαρίζει με τρόπο αποκρουστικό το στόμα του σκύλου, ή μια ανατριχιαστική, σπαραχτική σκηνή προς το φινάλε, σε μια φάρμα εκτροφής πουλερικών, με μια μπάντα να παίζει μουσική για τις χιλιάδες κοτόπουλα που περιμένουν να σφαχτούν, συνδυάζουν το αλλόκοτο με το παράλογο. Πρόκειται για σκηνές που ορισμένοι ίσως βιαστικά θεωρήσουν αηδιαστικές, που ξεκινάει από το σουρεαλισμό, σε αντίθεση με την πλευρά της βρωμιάς, της ασκήμιας και της αθλιότητας (και που αποκτούν μια δική τους, διαφορετική ομορφιά, που σίγουρα θα εκθείαζαν ο Μπρετόν και η ομάδα του) που συναντάμε στη ζωή, κυρίαρχα στοιχεία που παίζουν βασικό ρόλο στην παρουσίαση των διάφορων χαρακτήρων – μαζί και των μεταναστών εργατών που την άθλια ζωή τους παρακολουθούμε σποραδικά.

Αυτό δεν εμποδίζει τη σκηνοθέτρια από το να δημιουργήσει και εικόνες στις οποίες κυριαρχεί η ποίηση και ο λυρισμός όπως εκείνη με το ζευγάρι να κολυμπάει σε μια χορταριασμένη λίμνη ή εκείνη με το ζευγάρι να επιδίδεται σε σεξ ανάμεσα στις φραγκοσυκιές. Δεν ξέρω πόσο η σκηνοθέτρια ήθελε να δώσει την εικόνα ενός μετά-αποκαλυπτικού μέλλοντος, η ταινία της όμως παραμένει τελικά ένας συγκινητικός, μαζί και μελαγχολικός στοχασμός πάνω στη ζωή μας, όπως την καταντήσαμε, ένας στοχασμός δοσμένος με έμπνευση, μαύρο χιούμορ και πρωτοτυπία.