Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Γκουτέρες δεν περιορίστηκε σε μια καταγραφή των θέσεων των δύο πλευρών. Αντίθετα, επιχείρησε να δοκιμάσει τις προθέσεις τους, μέσα από μια συμβιβαστική πρόταση για το θέμα των νέων σημείων διέλευσης, θεωρώντας ότι μια συμφωνία σε ζητήματα καθημερινότητας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη δημιουργία καλύτερου πολιτικού κλίματος. Η εισήγησή του προέβλεπε την ταυτόχρονη προώθηση των διελεύσεων στη Μια Μηλιά και στην Αθηένου, ενώ για τον οδικό άξονα προς την Αγλαντζιά προτάθηκε ένα πιο ευέλικτο μοντέλο ελέγχου, περιορίζοντας τα σημεία επιθεώρησης σε σχέση με όσα ζητούσε η τουρκοκυπριακή πλευρά.
Παρότι η πρόταση χαρακτηρίστηκε από διπλωματικές πηγές, ως ένας «εύλογος συμβιβασμός», οι πρώτες αντιδράσεις επιβεβαίωσαν ότι οι διαφορές παραμένουν ουσιαστικές. Ωστόσο, η σημασία της πρωτοβουλίας, δεν βρίσκεται μόνο στην τύχη των συγκεκριμένων οδοφραγμάτων. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι ο Γενικός Γραμματέας επιχειρεί να δημιουργήσει μια θετική ατζέντα, πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η επόμενη φάση της διαδικασίας.
Στο παρασκήνιο, πάντως, εκείνο που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα είναι η συζήτηση για την επικαιροποίηση του λεγόμενου πλαισίου Γκουτέρες. Πηγές με γνώση των διαβουλεύσεων αναφέρουν ότι στα Ηνωμένα Έθνη υπάρχει η εκτίμηση πως το πλαίσιο που παρουσιάστηκε το 2017 στο Κραν Μοντανά εξακολουθεί να αποτελεί τη μοναδική ουσιαστική βάση, για μια συνολική συμφωνία. Ωστόσο, μετά τις γεωπολιτικές εξελίξεις που μεσολάβησαν, αλλά και τις αλλαγές που καταγράφηκαν στις θέσεις των εμπλεκομένων, θεωρείται αναγκαία μια επικαιροποίησή του, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η βασική φιλοσοφία του.
Η προσπάθεια αυτή, δεν σημαίνει επαναδιαπραγμάτευση από μηδενική βάση. Αντίθετα, στόχος είναι να αποτυπωθούν εκ νέου οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν, κατά τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, να καταγραφούν με σαφήνεια οι αποκλίσεις που εξακολουθούν να υφίστανται και να δημιουργηθεί ένα επικαιροποιημένο σημείο αναφοράς, το οποίο θα μπορεί να αξιοποιηθεί όταν οι συνθήκες επιτρέψουν την επανέναρξη μιας ολοκληρωμένης διαδικασίας.
Σε αυτό το σημείο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η συμβολή της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, Μαρία Άνχελα Ολγκίν. Η Κολομβιανή διπλωμάτης, αναλαμβάνει εκ νέου ενεργό ρόλο, έχοντας αυτή τη φορά μια πιο συγκεκριμένη αποστολή: να εργαστεί συστηματικά με τις δύο πλευρές για την αποτύπωση του πραγματικού περιθωρίου σύγκλισης και να προετοιμάσει το έδαφος για το επόμενο πολιτικό βήμα. Ουσιαστικά, η περίοδος που ακολουθεί, θεωρείται περίοδος εντατικής προεργασίας, κατά την οποία θα δοκιμαστούν οι προθέσεις όλων των εμπλεκομένων, μέχρι την επόμενη διευρυμένη διάσκεψη 5+1 την οποία ο Αντόνιο Γκουτέρες, δεν καθόρισε, αφού όπως σημείωσε, θα πρέπει να προηγηθεί επαρκής προετοιμασία.
Το ενδιαφέρον ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την άφιξη στην Κύπρο του εκτελεστικού αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ραφαέλε Φίτο, στην πρώτη του επίσκεψη ως ειδικού εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Κυπριακό. Η παρουσία του αμέσως μετά την αναχώρηση του Αντόνιο Γκουτέρες μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη ότι Βρυξέλλες και Ηνωμένα Έθνη επιδιώκουν στενότερο συντονισμό, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιχειρεί να αποκτήσει πιο ουσιαστική πολιτική παρουσία στη διαδικασία.
Την Παρασκευή, ο κ. Φίτο θα πραγματοποιήσει χωριστές επαφές με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν, επιδιώκοντας να καταγράψει τις θέσεις των δύο πλευρών μετά τις συνομιλίες με τον Γενικό Γραμματέα. Η ευρωπαϊκή εμπλοκή εκτιμάται ότι θα κινηθεί συμπληρωματικά προς τον ΟΗΕ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προοπτική μιας μελλοντικής εφαρμογής λύσης εντός του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Παρά τις δυσκολίες, στη Λευκωσία επικρατεί η εκτίμηση ότι η έντονη κινητικότητα των τελευταίων ημερών δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η διαδοχική παρουσία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, της Μαρία Άνχελα Ολγκίν και του Ραφαέλε Φίτο συνθέτει ένα διπλωματικό τρίγωνο, το οποίο θα επιχειρήσει μέσα στους επόμενους μήνες να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχουν οι ελάχιστες προϋποθέσεις για επανεκκίνηση της διαδικασίας.
Το μεγάλο ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η επίτευξη συμφωνίας στα οδοφράγματα. Είναι κατά πόσο η νέα αυτή κινητικότητα θα μπορέσει να οδηγήσει σε μια επικαιροποιημένη βάση διαλόγου, αξιοποιώντας τις συγκλίσεις του παρελθόντος, περιορίζοντας τις αποκλίσεις του παρόντος και κρατώντας ζωντανή την προοπτική μιας συνολικής λύσης σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται διαρκώς.
Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε σχετικά ο Γενικός Γραμματέας των ΗΕ, ο οποίος σημείωσε πως «μια λύση στην Κύπρο είναι απολύτως καθοριστική, όχι μόνο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων και της ειρήνης του κυπριακού λαού, αλλά και ως παράγοντας σταθερότητας σε μια περιοχή που γίνεται επικίνδυνα ασταθής».
«Πιστεύω ακράδαντα ότι μια επιτυχής έκβαση σε σχέση με μια λύση στην Κύπρο θα έχει σημαντική σταθεροποιητική επίδραση στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, αν η Κύπρος δεν βρει λύση στα προβλήματά της, γίνεται πολύ πιο ευάλωτη στους κινδύνους που παρατηρούμε σήμερα σε μια περιοχή που βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό σε φλόγες».


