Το ThemaOnline επικοινώνησε με τον Γενικό Γραμματέα του Παγκύπριου Συνδέσμου Λιανικού Εμπορίου, Μάριο Αντωνίου και αναζήτησε απαντήσεις για την πορεία των απούλητων ρούχων στην κυπριακή αγορά, αλλά και για τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στη συμπεριφορά των καταναλωτών.
Ο κ. Αντωνίου, εξηγεί ποια είναι η συνηθέστερη πρακτική των επιχειρήσεων όταν ένα προϊόν παραμένει αδιάθετο, πόσο επηρεάζουν τις παραγγελίες η γρήγορη μόδα και οι συνεχώς μεταβαλλόμενες τάσεις, αλλά και τι ρόλο παίζουν πλέον οι μεγάλες εκπτώσεις και οι online αγορές.
Την ίδια ώρα, η ακρίβεια φαίνεται να έχει κάνει τους καταναλωτές πιο συγκρατημένους, την ώρα που οι επιλογές τους έχουν αυξηθεί σημαντικά και ο ανταγωνισμός μεταξύ φυσικών και διαδικτυακών καταστημάτων γίνεται ολοένα και πιο έντονος.
Η συνηθέστερη πρακτική των καταστημάτων
Όπως ανέφερε στο ThemaOnline ο Γενικός Γραμματέας του Παγκύπριου Συνδέσμου Λιανικού Εμπορίου, Μάριος Αντωνίου, η συνηθέστερη πρακτική των επιχειρήσεων είναι να προχωρούν σε ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις τιμών, προκειμένου να διαθέσουν το συγκεκριμένο στοκ.
Όπως εξήγησε, ειδικά στην ένδυση, η εποχικότητα και οι συνεχείς αλλαγές στη μόδα καθιστούν ιδιαίτερα σημαντικό για τις επιχειρήσεις να μην παραμένει παλιό στοκ στις αποθήκες τους.
«Ειδικότερα τα ρούχα, επειδή επηρεάζονται και από την εποχικότητα και από τη μόδα, αυτά τα οποία θα μείνουν και 99,9% είναι εισαγόμενα, άρα προπληρώνονται με το που μπαίνει η παραγγελία. Δεν υπάρχει περίπτωση να σταλούν πίσω στον προμηθευτή και σίγουρα δεν συμφέρει να έχεις στοκ παλιό μέσα στην αποθήκη σου, είναι κόστος. Επομένως, αυτά τα προϊόντα πάντα μπαίνουν σε πολύ χαμηλές τιμές», ανέφερε.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, οι επιχειρήσεις επιλέγουν να δωρίσουν το παλιό τους στοκ σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς ή στον Ερυθρό Σταυρό.
«Η δωρεά των απούλητων ρούχων είναι μια πολύ καλή πρακτική στα πλαίσια της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κάθε επιχείρηση ξεχωριστά. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε μια εταιρεία πώς θα αξιοποιήσει ένα απούλητο προϊόν», σημείωσε.
Όσον αφορά την επαναχρησιμοποίηση, ο κ. Αντωνίου εκτιμά ότι η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω.
«Εδώ προσπαθούμε με άλλα υλικά που έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον να τα διαχειριστούμε και ακόμα είμαστε πίσω. Εάν δούμε τους στόχους που έπρεπε να πετύχουμε όσον αφορά την ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίηση, είμαστε πολύ πίσω από τους ευρωπαϊκούς στόχους του κάθε υλικού», ανέφερε.
Ο ίδιος υποστήριξε, παράλληλα, ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν περιπτώσεις όπου απούλητα ρούχα καταστρέφονται.
Πάντως, δεν υπάρχουν διαθέσιμα επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των ρούχων που παραμένουν απούλητα κάθε χρόνο στα καταστήματα της Κύπρου. Όπως εξήγησε ο κ. Αντωνίου, πρόκειται για στοιχεία που καταγράφει και διατηρεί η κάθε επιχείρηση για λογαριασμό της.
Όπως ανέφερε, δεν υπάρχει υποχρέωση των επιχειρήσεων να ενημερώνουν για το πόσο απούλητο στοκ διαθέτουν κάθε χρόνο, ενώ, κατά την άποψή του, δεν θα έπρεπε να υπάρχει τέτοια υποχρέωση.
Προσεκτικές στις παραγγελίες οι επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πλέον ιδιαίτερα προσεκτικές όσον αφορά τις παραγγελίες στον τομέα της ένδυσης, καθώς επιλέγουν τις ποσότητες που θα φέρουν στα καταστήματά τους με βάση τις πωλήσεις και το ιστορικό που διαθέτουν.
«Αρκετές επιχειρήσεις δίνουν έμφαση στη μόδα, στις τάσεις που αλλάζουν και πάντοτε είναι προσεκτικές στο τι θα επιλέξουν να φέρουν στα καταστήματα», ανέφερε ο κ. Αντωνίου.
Όπως εξήγησε, η επιλογή των προϊόντων και των ποσοτήτων αποτελεί σημαντικό ρίσκο για μια επιχείρηση, καθώς ένα μεγάλο αδιάθετο στοκ συνεπάγεται σημαντικό οικονομικό κόστος.
«Γενικά οι έμποροι είναι πολύ προσεκτικοί όταν κάνουν παραγγελίες. Γνωρίζουν, ιδίως στην ένδυση, ότι ενδέχεται να τους μείνουν τα ρούχα, είναι μεγάλο ρίσκο. Εάν μια επιχείρηση φέρει, για παράδειγμα, χειμερινά και δεν τα πουλήσει στους επόμενους δύο μήνες, του χρόνου αυτά τα ρούχα ενδεχομένως να μην είναι στη μόδα, οπότε είναι πολύ προσεκτικοί με τις ποσότητες που φέρνουν», σημείωσε.
Την ίδια ώρα, το φαινόμενο της «γρήγορης μόδας» (fast fashion) έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον τομέα της ένδυσης και της υπόδησης, γεγονός που λαμβάνουν υπόψη οι επιχειρήσεις όταν προχωρούν στις παραγγελίες τους.
Πώς άλλαξε η συμπεριφορά των καταναλωτών
Την τελευταία περίοδο έχει αλλάξει και η συμπεριφορά των καταναλωτών απέναντι στις εκπτώσεις και τη γρήγορη μόδα.
Σύμφωνα με τον κ. Αντωνίου, οι καταναλωτές είναι πλέον περισσότερο ενημερωμένοι και πραγματοποιούν πιο προσεκτική έρευνα αγοράς πριν προχωρήσουν σε μια αγορά.
«Οι καταναλωτές τα τελευταία χρόνια έκαναν άλματα, είναι πολύ πιο μελετημένοι, γνωρίζουν πολύ καλά τα δικαιώματά τους, κάνουν σοβαρή έρευνα αγοράς και μελέτη προτού αποφασίσουν να αγοράσουν κάτι. Παρακολουθούν τη διακύμανση της τιμής, δηλαδή πόσο ήταν ένα προϊόν πριν την έκπτωση και πόσο μετά», ανέφερε.
Οι αυξημένες επιλογές που έχουν σήμερα οι καταναλωτές τους επιτρέπουν να συγκρίνουν τιμές και προϊόντα, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων να γίνεται ακόμη εντονότερος.
«Ειδικά στην Κύπρο, που είναι τόσο μικρή η αγορά, μέσα σε τόσες επιλογές που έχουν γενικά οι καταναλωτές και όσον αφορά τις online αγορές, γνωρίζουμε και εμείς ότι το πιο σοβαρό είναι να έχεις δυσαρεστημένους πελάτες. Ο πελάτης ή θα σε επιβραβεύσει ή θα σε τιμωρήσει», σημείωσε.
Όπως ανέφερε, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν ως προτεραιότητα την εξυπηρέτηση και τον σεβασμό προς τον καταναλωτή.
«Έχοντας υπόψη όλα αυτά, θέλουμε να είμαστε προσεκτικοί και, σαν Σύνδεσμος, προτρέπουμε τα μέλη μας πάντοτε να λειτουργούν με γνώμονα τον υπέρτατο σεβασμό προς τον πελάτη», πρόσθεσε.
Οι εκπτώσεις ενθαρρύνουν τον υπερκαταναλωτισμό;
Σε ερώτηση κατά πόσο, οι μεγάλες εκπτώσεις ενθαρρύνουν τον υπερκαταναλωτισμό, ο κ. Αντωνίου απαντά καταφατικά, σημειώνοντας ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ψυχολογία του καταναλωτή.
Όπως εξήγησε, ένας καταναλωτής μπορεί να μην έχει πραγματική ανάγκη ένα προϊόν τη δεδομένη στιγμή, ωστόσο μια μεγάλη έκπτωση ενδέχεται να τον οδηγήσει στην αγορά του, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για κάτι που επιθυμούσε ήδη.
«Μπορεί να μην έχεις πραγματική ανάγκη κάτι τη δεδομένη στιγμή, αλλά όταν βλέπεις μια έκπτωση σε ένα προϊόν το οποίο ήθελες προηγουμένως, πριν μπει δηλαδή σε έκπτωση, τότε θα μπεις στον πειρασμό και θα το αγοράσεις γιατί θα θεωρήσεις ότι συμφέρει. Επομένως, θα νιώθεις ότι “κέρδισες”», ανέφερε.
Όπως σημείωσε, η αντίληψη ότι μια αγορά σε τιμή ευκαιρίας αποτελεί «κέρδος» μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό κίνητρο για τον καταναλωτή.
Συγκρατημένοι λόγω ακρίβειας οι καταναλωτές
Την ίδια ώρα, η ακρίβεια φαίνεται να επηρεάζει τις καταναλωτικές συνήθειες, με τους πολίτες να εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι στις αγορές τους, ιδιαίτερα σε προϊόντα ένδυσης και υπόδησης.
Οι επιλογές τους, σύμφωνα με τον κ. Αντωνίου, είναι πλέον πιο συγκεκριμένες και προσεκτικές, καθώς οι καταναλωτές καλούνται να διαχειριστούν καλύτερα το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Προτιμούν τις online αγορές οι Κύπριοι;
Παρά την αυξανόμενη παρουσία των ηλεκτρονικών καταστημάτων, οι Κύπριοι φαίνεται να διατηρούν την προτίμησή τους για τις αγορές με φυσική παρουσία.
Σε ερώτηση κατά πόσο οι Κύπριοι προτιμούν πλέον τις online αγορές έναντι των φυσικών καταστημάτων, ο κ. Αντωνίου ανέφερε ότι η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη όσον αφορά τις διαδικτυακές αγορές.
«Οι Κύπριοι αρέσκονται στο να βγαίνουν για ψώνια με φυσική παρουσία. Ακόμα είμαστε πολύ πίσω σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη σε σχέση με τις διαδικτυακές παραγγελίες και, εάν δεν ήταν ο Covid, θα ήμασταν ακόμα πιο πίσω», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, η ανάπτυξη των ηλεκτρονικών καταστημάτων από κυπριακές επιχειρήσεις ενισχύθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της πανδημίας.
«Το ότι κάποιες εταιρείες του κυπριακού λιανικού εμπορίου έχουν διαδικτυακά καταστήματα αυτό οφείλεται λόγω του Covid, αλλά ο κόσμος αρέσκεται γιατί το συνδυάζει με έξοδο και ψυχαγωγία, είναι και θέμα ψυχολογίας», σημείωσε.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για το λιανικό εμπόριο
Σε ένα περιβάλλον όπου οι τάσεις της μόδας αλλάζουν διαρκώς και οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους ολοένα και περισσότερες επιλογές, η προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το λιανικό εμπόριο.
Όπως ανέφερε ο κ. Αντωνίου, οι καταστηματάρχες καλούνται να παρακολουθούν συνεχώς τις τάσεις, να αφουγκράζονται τις ανάγκες και τις απόψεις των καταναλωτών και να προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα.
«Πλέον, με τις διαδικτυακές παραγγελίες και τα online καταστήματα του εξωτερικού, έχουμε πολύ σοβαρό ανταγωνισμό. Υπάρχουν πληθώρα επιλογών και ξέρουμε ότι για να μπορείς να πετύχεις στο τέλος της ημέρας και να είσαι σωστός στον καταναλωτή, κάτι πολύ σημαντικό είναι και μετά την πώληση να νιώθει ο καταναλωτής ότι πραγματικά θα μπορεί να εξυπηρετηθεί», ανέφερε.
Το λιανικό εμπόριο καλείται, επομένως, να ισορροπήσει ανάμεσα στις διαρκώς μεταβαλλόμενες τάσεις της μόδας, στην ανάγκη περιορισμού του αδιάθετου στοκ, στις αυξημένες απαιτήσεις των καταναλωτών και στον έντονο ανταγωνισμό που πλέον δεν περιορίζεται στην κυπριακή αγορά, αλλά επεκτείνεται και στις διαδικτυακές αγορές από το εξωτερικό.