Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της συναίνεσης, οι απουσίες κορυφαίων στελεχών, η περιορισμένη συμμετοχή και οι καταγγελίες για τον τρόπο διεξαγωγής των ψηφοφοριών, αφήνουν ανοιχτά ερωτήματα. Το ζητούμενο, δεν είναι μόνο τι αποφασίστηκε, αλλά ποιοι συμμετείχαν στη λήψη των αποφάσεων και κατά πόσο είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν ουσιαστικά, τη θέση τους.
Οι παρουσίες και οι ηχηρές απουσίες
Στις παρουσίες που ξεχώρισαν συγκαταλέγονται εκείνες του Κωστή Ευσταθίου και του Δημήτρη Παπαδάκη, δύο προσώπων με διακριτή πολιτική διαδρομή, στον χώρο της ΕΔΕΚ. Η συμμετοχή τους, καταγράφηκε σε ένα συνέδριο που σημαδεύτηκε, την ίδια ώρα, από την απουσία σημαντικών στελεχών του Κινήματος.
Δεν έδωσαν το «παρών» τα 11 μέλη του Πολιτικού Γραφείου που είχαν αποστείλει επιστολή προς την Πρόεδρο τις προηγούμενες ημέρες. Απουσίαζαν επίσης ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Μορφάκης Σολομωνίδης και οι Αντιπρόεδροι του κόμματος, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στη σύνθεση του συνεδρίου.
Στην ίδια εικόνα προστίθεται η απουσία του πρώην Προέδρου της ΕΔΕΚ, Μαρίνου Σιζόπουλου. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν έλαβε πρόσκληση.
Οι απουσίες αυτές, δεν αποδεικνύουν από μόνες τους αμφισβήτηση των αποφάσεων, αποτελούν όμως σαφή πολιτική παράμετρο, σε μια προσπάθεια που παρουσιάστηκε ως μήνυμα ενότητας. Όταν η ανανέωση επιχειρείται, χωρίς την παρουσία σημαντικού μέρους της κομματικής ηγεσίας, η έκταση της συναίνεσης, γίνεται αναπόφευκτα αντικείμενο συζήτησης.
150 παρόντες, περίπου 80 ψήφοι
Το πιο ηχηρό ερώτημα, αφορά τη συμμετοχή. Σύμφωνα με κομματικές πηγές, στο συνέδριο παρευρέθηκαν περίπου 150 άτομα, ενώ τις καταστατικές αλλαγές φέρεται να ψήφισαν περίπου 80.
Σε ένα κόμμα που αριθμεί περίπου 9.500 μέλη, η εικόνα αυτή εγείρει ερωτήματα για την αντιπροσωπευτικότητα, της διαδικασίας. Βεβαίως, η εγκυρότητα ενός συνεδρίου δεν κρίνεται μόνο από την αναλογία παρόντων και μελών, αλλά και από τους κανόνες σύγκλησης, τα δικαιώματα συμμετοχής και τις προβλεπόμενες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτά ακριβώς είναι που χρειάζεται να αποσαφηνιστούν.
Πρόσθετες αντιδράσεις, προκαλούν αναφορές κομματικών πηγών, ότι μεταξύ των συμμετεχόντων, υπήρχαν πρόσωπα που είχαν στηρίξει υποψηφίους άλλων κομμάτων στις βουλευτικές εκλογές του 2026.
Το βασικό ερώτημα, πάντως, παραμένει: πόσο ευρεία ήταν η συμμετοχή στη διαμόρφωση των νέων κανόνων ενός κόμματος. που επικαλείται την ανάγκη να επανασυνδεθεί με τη βάση του;
Η Επιτροπή Εξυγίανσης και οι καταγγελίες για τις ψηφοφορίες
Για πρώτη φορά, αντί της κομματικής ηγεσίας, προήδρευσε του συνεδρίου η αποκαλούμενη Επιτροπή Εξυγίανσης. Η επιλογή αυτή δημιουργεί ερωτήματα για τη βάση και το εύρος των αρμοδιοτήτων της, τα οποία η ΕΔΕΚ καλείται να διευκρινίσει.
Πιο σοβαρές είναι οι καταγγελίες για τη διαδικασία των ψηφοφοριών. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν δόθηκε στους παρευρισκομένους η δυνατότητα να τοποθετηθούν επί των προτεινόμενων αλλαγών, ενώ οι τροποποιήσεις τέθηκαν σε ψηφοφορία ομαδοποιημένες και όχι μία προς μία.
Εάν οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν, τίθεται ζήτημα ουσιαστικής συμμετοχής: κατά πόσο οι σύνεδροι είχαν επαρκή ενημέρωση, για κάθε πρόνοια και πραγματική δυνατότητα να διαφωνήσουν με συγκεκριμένες αλλαγές.
Η ομαδοποίηση προτάσεων, δεν συνιστά αυτομάτως παραβίαση του καταστατικού. Όταν, όμως, οι αλλαγές αφορούν την εσωτερική ισορροπία και τη λειτουργία ενός κόμματος, η διαφάνεια, η συζήτηση και η σαφής καταγραφή της βούλησης των συνέδρων, είναι κρίσιμες. Η ΕΔΕΚ καλείται να απαντήσει με συγκεκριμένα στοιχεία, όχι μόνο με διακηρύξεις περί ανανέωσης.
Οι αλλαγές και η αντίφαση
Οι πρόνοιες που εγκρίθηκαν αφορούν σημαντικές πτυχές της λειτουργίας του Κινήματος: κατοχύρωση της ελευθερίας πολιτικής έκφρασης και διαφωνίας, ενίσχυση της συμμετοχής των νέων, διεύρυνση της Κεντρικής Επιτροπής και του Πολιτικού Γραφείου, επαναφορά του Κεντρικού Οργανωτικού Γραμματέα και της Εκτελεστικής Γραμματείας, κατάργηση της θέσης του Γενικού Διευθυντή, σύσταση ανεξάρτητης Επιτροπής Δεοντολογίας και ενίσχυση της οικονομικής διαφάνειας.
Οι αλλαγές είναι ουσιαστικές, ως προς το αντικείμενό τους. Η επιτυχία τους, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή τους και από το κατά πόσο θα ενισχύσουν πραγματικά τη συμμετοχή και τη λογοδοσία.
Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση του συνεδρίου: την ώρα που εγκρίνονται πρόνοιες, για περισσότερη εσωκομματική δημοκρατία, διατυπώνονται καταγγελίες για περιορισμένη συζήτηση και ερωτήματα, για την αντιπροσωπευτικότητα της διαδικασίας.
Η παρέμβαση Χαννίδη και η επόμενη ημέρα
Την κριτική συμπύκνωσε ο Μάριος Χαννίδης, με ανάρτησή του στο Facebook και το ερώτημα: «ΕΔΕΚ: 9.500 μέλη, μόλις 150 παρόντες. Ποιος εκπροσωπεί τελικά τη βάση;»
Ο ίδιος, ξεκαθάρισε ότι υποστηρίζει τον εκσυγχρονισμό και τις καταστατικές αλλαγές, διαχωρίζοντας τη διαφωνία του με το περιεχόμενο, από τις θεσμικές και καταστατικές παραλείψεις που, κατά την άποψή του, χαρακτήρισαν τη διαδικασία. Το μήνυμά του, εστιάζει στην ανάγκη σεβασμού των κανόνων και στη θέση ότι, το κόμμα δεν αποτελεί ιδιοκτησία καμίας ηγεσίας ή ομάδας.
Η συζήτηση αποκτά πρόσθετη σημασία ενόψει των εσωκομματικών εκλογών. Οι επαρχιακές εκλογικές συνδιασκέψεις έχουν προγραμματιστεί από τις 14 έως τις 29 Νοεμβρίου 2026, το Παγκύπριο Συνέδριο για τις 12 Δεκεμβρίου και η εκλογή της νέας ηγεσίας και των μελών της Κεντρικής Επιτροπής για τις 13 Δεκεμβρίου.
Η ΕΔΕΚ βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία. Δεν αρκεί να διακηρύσσει, ότι γύρισε σελίδα. Χρειάζεται να αποδείξει, ότι η νέα σελίδα γράφεται με διαφάνεια, ουσιαστική συμμετοχή και σεβασμό στη διαφωνία