Ισραήλ: Αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές-θρίλερ – Ο φόβος για πολιτικό αδιέξοδο στη σκιά τριών πολέμων

Ισραήλ: Αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές-θρίλερ – Ο φόβος για πολιτικό αδιέξοδο στη σκιά τριών πολέμων

Όταν οι Ισραηλινοί προσέλθουν στις κάλπες στις 27 Οκτωβρίου, θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα γνώριμο ερώτημα: Πρέπει ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία της χώρας, να παραμείνει στην εξουσία;

 

Σχεδόν κάθε πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση έχει εξελιχθεί σε δημοψήφισμα για τον Νετανιάχου. Αυτή τη φορά, όμως, πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν ότι η επιλογή είναι πιο καθοριστική από ποτέ: δεν αφορά μόνο το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα, αλλά και την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Ισραήλ.

 

Πρόκειται για τις πρώτες εθνικές εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, τη σοβαρότερη αποτυχία των μηχανισμών ασφαλείας στην ιστορία του Ισραήλ, και τους πολέμους που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν. Οι συγκρούσεις αυτές κινητοποίησαν μεγάλο μέρος της χώρας και στη συνέχεια ενέτειναν τη διεθνή απομόνωση του Ισραήλ.

 

Για πολλούς ψηφοφόρους, είναι η πρώτη ευκαιρία να κρίνουν την ηγεσία που βρισκόταν στην εξουσία κατά τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, να αποφασίσουν ποιος πρέπει να οδηγήσει τη χώρα εν μέσω συγκρούσεων και ποιος θα επωμιστεί το βάρος της αυξημένης στρατιωτικής θητείας.

 

Η απερχόμενη κυβέρνηση Νετανιάχου —η πρώτη εδώ και δεκαετίες που ολοκλήρωσε πλήρη τετραετή θητεία— στηρίχθηκε σε ακροδεξιούς και υπερορθόδοξους εταίρους, οι οποίοι ώθησαν το Ισραήλ προς μια περισσότερο εθνικιστική και θρησκευτική κατεύθυνση από οποιαδήποτε άλλη φορά.

 

Ο Νετανιάχου έγινε ο πρώτος εν ενεργεία πρωθυπουργός του Ισραήλ που δικάστηκε για κατηγορίες διαφθοράς, ενώ η κυβέρνησή του προωθούσε μια αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος με στόχο την αποδυνάμωση του Ανώτατου Δικαστηρίου και άλλων μηχανισμών ελέγχου της εξουσίας. Η προσπάθεια αυτή προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις το 2023.

 

Το διακύβευμα των εκλογών της Τρίτης είναι εάν το Ισραήλ θα συνεχίσει στην εθνικιστική, συντηρητική και θρησκευτική κατεύθυνση ή θα αλλάξει πορεία.

 

Η απάντηση ενδέχεται να μην είναι σαφής για εβδομάδες, λόγω του τρόπου συγκρότησης κυβερνητικών συνασπισμών στο Ισραήλ.

 

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ούτε το μπλοκ του Νετανιάχου ούτε η αντιπολίτευση αναμένεται να εξασφαλίσουν αυτοδύναμη πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι η ψηφοφορία μπορεί να πυροδοτήσει την επόμενη πολιτική κρίση της χώρας αντί να επιλύσει την υπάρχουσα.

 

 

Ποιοι είναι υποψήφιοι και τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

 

Οι Ισραηλινοί ψηφίζουν κομματικές λίστες και όχι μεμονωμένους υποψηφίους. Σε μια κοινωνία διχασμένη ως προς την εθνικότητα, τη θρησκεία, την εθνοτική προέλευση και την ιδεολογία, αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα πολυπληθές πεδίο πολιτικών σχηματισμών.

 

Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση δηλώνουν συμμετοχή δεκάδες συνδυασμοί —37 αυτή τη φορά—, αλλά μόνο όσοι ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 3,25% κερδίζουν έδρες και εισέρχονται στην Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο των 120 εδρών.

 

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι 11 έως 13 κόμματα θα ξεπεράσουν το όριο, ενώ οι έδρες κατανέμονται μέσω συστήματος αναλογικής εκπροσώπησης.

 

Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα είναι το δεξιό Λικούντ του Νετανιάχου και το Yashar, ένα νέο κεντρώο κόμμα υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, ο οποίος έχει αναδειχθεί στον βασικό αντίπαλο του πρωθυπουργού.

 

Η τελευταία δημοσκόπηση του Channel 12 φέρνει πρώτο τον Άιζενκοτ με 23 έδρες, έναντι 21 του Λικούντ, αν και άλλες μετρήσεις παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα.

 

Στο φιλοκυβερνητικό Channel 14, το Λικούντ προβλέπεται να εξασφαλίσει 30 έδρες και ο Άιζενκοτ περίπου 20.

 

Στις προσωπικές συγκρίσεις για το ποιος θεωρείται καταλληλότερος για την πρωθυπουργία, ο Άιζενκοτ διατηρεί σταθερό προβάδισμα έναντι του Νετανιάχου.

 

Ωστόσο, η ανάδειξη του μεγαλύτερου κόμματος δεν αρκεί για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

 

Ένας πρωθυπουργός χρειάζεται τη στήριξη 61 βουλευτών, ενώ κανένα κόμμα δεν έχει καταφέρει ποτέ να εξασφαλίσει μόνο του αυτή την πλειοψηφία.

 

Επομένως, η εκλογική βραδιά συνήθως ξεκαθαρίζει ελάχιστα πράγματα. Η πραγματική αναμέτρηση αφορά τους συσχετισμούς για τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει ημέρες, εβδομάδες ή ακόμη και μήνες.

 

Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δίνουν στο μπλοκ του Νετανιάχου, το οποίο περιλαμβάνει το Λικούντ, δύο ακροδεξιά κόμματα υπό τους Μπετσαλέλ Σμότριτς και Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, καθώς και δύο υπερορθόδοξα κόμματα, 49 έως 55 έδρες, λιγότερες από τις 61 που απαιτούνται.

 

Η αντιπολίτευση, παρότι εμφανίζεται ισχυρή στα χαρτιά, είναι βαθιά κατακερματισμένη.

 

Στα δεξιά του Άιζενκοτ βρίσκονται κόμματα με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό Ναφτάλι Μπένετ και τον πρώην υπουργό Άμυνας Άβιγκντορ Λίμπερμαν, ενώ στα αριστερά του βρίσκεται το κόμμα των Δημοκρατικών υπό τον Γιαΐρ Γκολάν.

 

Ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν δεν έχουν εκφράσει την υποστήριξή τους στον Άιζενκοτ, καθώς και οι δύο διατηρούν προσωπικές φιλοδοξίες για την πρωθυπουργία.

 

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οποιαδήποτε εναλλακτική κυβέρνηση πιθανότατα θα χρειαστεί τη στήριξη ή την αποχή των αραβικών κομμάτων, παρότι αρκετοί ηγέτες της αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει οποιαδήποτε συνεργασία μαζί τους.

 

Χωρίς καμία πλευρά να διαθέτει σαφή πλειοψηφία, παραμένουν πιθανά όλα τα ενδεχόμενα: πολιτικό αδιέξοδο, κυβέρνηση μειοψηφίας, κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή ακόμη και νέες εκλογές.

 

Οι παράγοντες που μπορούν να κρίνουν το αποτέλεσμα

 

Καθώς κανένα μπλοκ δεν εμφανίζεται να εξασφαλίζει άνετη πλειοψηφία, η έκβαση μπορεί να καθοριστεί από μικρές διαφορές: ποια μικρά κόμματα θα ξεπεράσουν το όριο του 3,25% και πόσες ψήφοι θα κατευθυνθούν σε σχηματισμούς που τελικά θα μείνουν εκτός κοινοβουλίου, με αποτέλεσμα να χαθούν ουσιαστικά.

 

Η συμμετοχή είναι καθοριστική, καθώς μερικές χιλιάδες ψήφοι μπορούν να προσδιορίσουν εάν ένα κόμμα θα εξαφανιστεί από τον κοινοβουλευτικό χάρτη ή θα εισέλθει στην Κνεσέτ, ενδεχομένως αποκτώντας τον ρόλο του ρυθμιστή που θα άρει το αδιέξοδο μεταξύ των δύο μπλοκ.

 

Η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

 

Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ, που αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού, παραδοσιακά ψηφίζουν σε χαμηλότερα ποσοστά από τον εθνικό μέσο όρο.

 

Στις εκλογές του 2022, η συμμετοχή των Αράβων έφτασε το 53,2%, έναντι 70,6% στο σύνολο του εκλογικού σώματος.

 

Αυτή τη φορά, οι δημοσκόποι αναμένουν ότι θα ξεπεράσει το 60%. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανέβαζε τον αριθμό ψήφων που απαιτείται για την υπέρβαση του εκλογικού ορίου, καθιστώντας δυσκολότερη την επιβίωση μικρών κομμάτων.

 

Ο συνασπισμός του Νετανιάχου περιλαμβάνει αρκετά μικρά κόμματα που ενδέχεται να κινδυνεύσουν, μεταξύ των οποίων ο Θρησκευτικός Σιωνισμός του Σμότριτς και ένα νέο δεξιό κόμμα υπό τον Όφερ Γουίντερ, γνωστό απόστρατο στρατηγό.

 

Ενώ τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται με ασφάλεια πάνω από το όριο, ένα ακόμη νέο μικρό κόμμα, το οποίο δεν έχει δεσμευτεί υπέρ κάποιου μπλοκ και συνδυάζει αιτήματα εφέδρων με οικονομική ατζέντα, κινείται δημοσκοπικά κοντά στο 3,25%.

 

Ένας άλλος παράγοντας που προσελκύει την προσοχή είναι οι Ισραηλινοί που ζουν στο εξωτερικό.

 

Το Ισραήλ δεν επιτρέπει την ψήφο από το εξωτερικό, με εξαίρεση το διπλωματικό προσωπικό, ενώ τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότερο από το 11% των 7,3 εκατομμυρίων εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, δηλαδή περίπου 810.000 άνθρωποι, κατοικούν εκτός χώρας.

 

Χιλιάδες σχεδιάζουν να ταξιδέψουν αεροπορικώς στο Ισραήλ για να ψηφίσουν αυτοπροσώπως, αριθμός που θα μπορούσε να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

 

Οικονομία, ακρίβεια και στρατιωτική θητεία στο επίκεντρο

 

Σε μια χώρα που έχει βιώσει χρόνια πολέμου, η ασφάλεια και η απόδοση ευθυνών αποτελούν ισχυρούς εκλογικούς παράγοντες.

 

Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κόστος ζωής αποτελεί επίσης μία από τις σημαντικότερες ανησυχίες των ψηφοφόρων, ιδιαίτερα των νεότερων.

 

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Channel 12, το 21% των Ισραηλινών κατατάσσει την οικονομία και το κόστος ζωής ως την πρώτη προτεραιότητα ενόψει των εκλογών.

 

Ακολουθούν η στράτευση των υπερορθόδοξων Εβραίων με 17%, οι αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου με 14% και ο πόλεμος με το Ιράν με 10%.

 

Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το πολιτικό μπλοκ.

 

Μεταξύ των ψηφοφόρων του συνασπισμού Νετανιάχου, ο πόλεμος με το Ιράν βρίσκεται στην πρώτη θέση με 21%, ενώ μεταξύ των ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης προηγούνται οι αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου με 28%.

 

Έρευνα που πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο το ερευνητικό κέντρο Achord του Εβραϊκού Πανεπιστημίου διαπίστωσε ότι το 58% των ψηφοφόρων ηλικίας 22 έως 34 ετών θεωρεί πως το κόστος ζωής και οι τιμές κατοικιών θα καθορίσουν την ψήφο του, ενώ το 36% ανέφερε ζητήματα ασφάλειας.

 

Παρά τα στοιχεία αυτά, η οικονομία δεν βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας — τουλάχιστον μέχρι το περασμένο Σαββατοκύριακο, όταν ο Νετανιάχου την έφερε στην κορυφή της ατζέντας.

 

Σε συνέντευξή του στο Channel 10, επικεντρωμένη στην οικονομία, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στο κύμα διεθνών καταδικών για τους ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη.

 

Υποστήριξε ότι το Ισραήλ πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο διεθνών τραπεζικών κυρώσεων, αναπτύσσοντας «μια οικονομία που θα μπορεί να τις παρακάμπτει».

 

Δήλωσε ότι εξετάζονται τα κρυπτονομίσματα και η τεχνολογία blockchain, προσθέτοντας ότι έχει ζητήσει την εκπόνηση σχετικού σχεδίου. Η συνέντευξη προκάλεσε έντονες επικρίσεις από οικονομολόγους, μεταξύ των οποίων και μια σπάνια δημόσια αντίδραση από την Τράπεζα του Ισραήλ.

 

Η κεντρική τράπεζα απέρριψε την ιδέα, επισημαίνοντας ότι «τα κρυπτονομίσματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο παράκαμψης κυρώσεων». Οι βασικοί αντίπαλοι του Νετανιάχου παρουσίασαν την πρότασή του ως ένδειξη ότι αναμένει περαιτέρω διεθνή απομόνωση του Ισραήλ.

 

Ο Γκάντι Άιζενκοτ ειρωνεύτηκε την ιδέα, αποκαλώντας την «BibiCoin», και τη χαρακτήρισε «απειλή για την εθνική ασφάλεια», κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι σχεδιάζει να «διαλύσει την ισραηλινή οικονομία για τις επόμενες γενιές».

 

Η 7η Οκτωβρίου και ο πόλεμος στη Γάζα

 

Ο Νετανιάχου οικοδόμησε την πολιτική του σταδιοδρομία προβάλλοντας μια σκληρή γραμμή σε ζητήματα ασφάλειας. Ωστόσο, ήταν πρωθυπουργός στις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν η Χαμάς διείσδυσε μέσα από τα σύνορα του Ισραήλ, σκοτώνοντας περισσότερους από 1.200 Ισραηλινούς και μεταφέροντας 251 ομήρους στη Γάζα.

 

Ο ίδιος έχει αποφύγει να αναλάβει προσωπική ευθύνη και έχει απορρίψει τα αιτήματα για τη συγκρότηση κρατικής εξεταστικής επιτροπής που θα διερευνήσει τις αποτυχίες των μηχανισμών ασφαλείας.

 

Οι αντίπαλοί του έχουν αναδείξει αυτή την έλλειψη λογοδοσίας σε κεντρικό θέμα της εκστρατείας τους. Ο πόλεμος έχει διαμορφώσει και την προσωπική ιστορία του Άιζενκοτ.

 

Ο γιος του, Γκαλ, ηλικίας 25 ετών, σκοτώθηκε πολεμώντας στη Γάζα τον Δεκέμβριο του 2023, μια απώλεια που ενισχύει την απήχησή του σε ψηφοφόρους οι οποίοι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ασφάλεια. Άλλοι κομματικοί συνδυασμοί έχουν συμπεριλάβει στα ψηφοδέλτιά τους μέλη οικογενειών που έχασαν συγγενείς, καθώς και συγγενείς πρώην Ισραηλινών ομήρων.

 

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν επίσης εντάξει νέους υποψηφίους από τις τάξεις των εφέδρων που επέστρεψαν από τις μάχες στη Γάζα και στον Λίβανο, αναδεικνύοντας το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας σε κεντρικό θέμα των εκλογών.

 

Οι περισσότεροι Εβραίοι Ισραηλινοί άνω των 18 ετών υποχρεούνται να υπηρετήσουν στον στρατό, όμως οι υπερορθόδοξοι άνδρες απολάμβαναν επί δεκαετίες γενική εξαίρεση για λόγους θρησκευτικών σπουδών. Οι υπερορθόδοξοι κυβερνητικοί εταίροι του Νετανιάχου επιδίωξαν να διατηρήσουν και να διευρύνουν αυτή την εξαίρεση.

 

Την ίδια στιγμή, ο ισραηλινός στρατός δηλώνει ότι αντιμετωπίζει έλλειψη περισσότερων από 12.000 στρατιωτών, ενώ οι επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα ασκούν τεράστια πίεση στο προσωπικό του. Οι έφεδροι καλύπτουν το κενό, υπηρετώντας σε επαναλαμβανόμενες αποστολές που μπορεί να φτάνουν συνολικά τις εκατοντάδες ημέρες κάθε χρόνο.

 

Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν θέσει τη γενική στρατιωτική υποχρέωση στο επίκεντρο των προεκλογικών δεσμεύσεών τους.

 

Τι σημαίνουν οι εκλογές για τους Παλαιστινίους

 

Η απερχόμενη κυβέρνηση υπήρξε μία από τις πιο σκληροπυρηνικές στην ιστορία του Ισραήλ σε ζητήματα που αφορούν τους Παλαιστινίους, κυρίως λόγω της επιρροής δύο ακροδεξιών εθνικιστών ηγετών.

 

Ο Μπετσαλέλ Σμότριτς, υπουργός Οικονομικών, ο οποίος εποπτεύει επίσης την πολιτική διοίκηση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, προώθησε τη δραστική επέκταση των εποικισμών, ενώ παράλληλα παρακρατούσε φορολογικά έσοδα που προορίζονταν για την Παλαιστινιακή Αρχή.

 

Σύμφωνα με επικριτές της πολιτικής αυτής, η πρακτική θα μπορούσε να οδηγήσει την Παλαιστινιακή Αρχή σε οικονομική κατάρρευση.

 

Ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, υποστήριξε νομοθεσία για τη θανατική ποινή στην Κνεσέτ, αυστηροποίησε τις συνθήκες κράτησης των Παλαιστινίων φυλακισμένων και αποδυνάμωσε την αστυνομική αντιμετώπιση της βίας Ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη.

 

Και οι δύο αντιτάχθηκαν στον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα, υποστηρίζουν την εγκατάσταση ισραηλινών εποικισμών στην περιοχή και επιδιώκουν την πλήρη προσάρτηση και τον εβραϊκό έλεγχο της Δυτικής Όχθης.

 

Εάν ο Νετανιάχου επιστρέψει στην εξουσία με τους σημερινούς του εταίρους, αυτή η πολιτική εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και θα ενταθεί. Ο Σμότριτς επιθυμεί την ακύρωση των Συμφωνιών του Όσλο, τη διάλυση της Παλαιστινιακής Αρχής και πόλεμο στη Δυτική Όχθη.

 

Ο Μπεν Γκβιρ, ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα απαιτήσει το υπουργείο Άμυνας σε μια νέα κυβέρνηση, έχει ζητήσει τη μετανάστευση των Παλαιστινίων από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.

 

Μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης πιθανότατα δεν θα αντιπροσώπευε ριζική ιδεολογική ανατροπή και θα άλλαζε περισσότερο το ύφος παρά την ουσία της πολιτικής.

 

Ο Άιζενκοτ, όπως και ο Νετανιάχου, έχει απορρίψει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, ενώ οποιοσδήποτε κυβερνητικός συνασπισμός της αντιπολίτευσης θα περιλάμβανε δεξιά κόμματα που αντιστέκονται σε παραχωρήσεις.

 

Ωστόσο, μια κυβέρνηση που δεν θα εξαρτιόταν από τον Μπεν Γκβιρ και τον Σμότριτς πιθανότατα θα ενεργούσε πιο αποφασιστικά απέναντι στη βία των εποίκων, θα εγκατέλειπε την ανοιχτή υποστήριξη της μετανάστευσης των Παλαιστινίων και της κατάρρευσης της Παλαιστινιακής Αρχής και θα ήταν περισσότερο δεκτική στις αμερικανικές και περιφερειακές πρωτοβουλίες για τη Γάζα και άλλες περιοχές.

 

Παρά ταύτα, θα κληρονομούσε τα ίδια άλυτα ερωτήματα: πώς θα αφοπλιστεί η Χαμάς, ποιος θα ανοικοδομήσει τη Γάζα και ποιος θα αποκαταστήσει τον νόμο και την τάξη στη Δυτική Όχθη.

 

Οι διεθνείς σχέσεις και η απομόνωση του Ισραήλ

 

Οι πόλεμοι στη Γάζα και στον Λίβανο, η σύγκρουση με το Ιράν και η αύξηση της βίας των εποίκων έχουν οδηγήσει τη διεθνή διπλωματική θέση του Ισραήλ στο ασθενέστερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.

 

Ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για καταγγελλόμενα εγκλήματα πολέμου στη Γάζα και αποφεύγει να ταξιδεύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες λόγω του κινδύνου σύλληψης.

 

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την υποστήριξή του στον Νετανιάχου ενόψει των εκλογών, αλλά η εικόνα στην ευρύτερη αμερικανική κοινή γνώμη είναι πολύ λιγότερο ευνοϊκή.

 

Δημοσκόπηση του Pew Research Center τον Μάρτιο του 2026 διαπίστωσε ότι το 60% των Αμερικανών ενηλίκων που συμμετείχαν στην έρευνα είχε αρνητική άποψη για το Ισραήλ, ενώ το 59% δήλωνε ότι είχε μικρή ή καθόλου εμπιστοσύνη στην ικανότητα του Νετανιάχου να πράττει το σωστό σε ζητήματα διεθνών υποθέσεων.

 

Η παγκόσμια έρευνα Spring 2026 Global Attitudes Survey του Pew κατέγραψε αντίστοιχη τάση, με την πλειονότητα των ερωτηθέντων στις περισσότερες από τις 36 χώρες που περιλάμβανε να εκφράζει αρνητική άποψη για το Ισραήλ και τον πρωθυπουργό του.

 

Η μεταβολή υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στη Δυτική Ευρώπη, όπου αρκετές χώρες —μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και ο Καναδάς— έχουν αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος και επιβάλει κυρώσεις και εμπορικούς περιορισμούς σε ισραηλινούς εποικισμούς, καθώς και σε πρόσωπα και οντότητες που συνδέονται με τη βία των εποίκων.

 

Ο Μπεν Γκβιρ και ο Σμότριτς έχουν υποστεί προσωπικές κυρώσεις και αντιμετωπίζουν απαγορεύσεις ταξιδιών από πολλές δυτικές χώρες. Εάν η κυβέρνηση Νετανιάχου επανεκλεγεί, αυτή η διεθνής πίεση εκτιμάται ότι θα ενταθεί.

 

Μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ ή κάποιο άλλο πρόσωπο της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποια αποκλιμάκωση των εντάσεων, τουλάχιστον αρχικά.

 

Πιο αποφασιστικές ενέργειες απέναντι στη βία των εποίκων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα περιθώριο αποκατάστασης θερμότερων σχέσεων με ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και με το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ.

 

Ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη δύσκολα θα ανέτρεπε τη γενικότερη τάση. Οι βασικοί υποψήφιοι της αντιπολίτευσης δεν αναμένεται να αναμορφώσουν ριζικά την πολιτική ασφάλειας και την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ.

 

Κατά συνέπεια, μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να ανακτήσει κάποιο διπλωματικό περιθώριο ελιγμών, αλλά δεν θα ξεκινούσε από μηδενική βάση.

 

Πηγή: newmoney.gr

 

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

Κυπριακό: Στραμμένα τα βλέμματα στην αυριανή συνάντηση Χριστοδουλίδη – Έρχιουρμαν

Κυπριακό: Στραμμένα τα βλέμματα στην αυριανή συνάντηση Χριστοδουλίδη – Έρχιουρμαν

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η αυριανή συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Έρχιουρμαν, σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις προσπάθειες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό.

BEST OF TOTHEMAONLINE