Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy

Κηδεύτηκε ο αγνοούμενος των δικοινοτικών ταραχών 1963-64, Ανδρέας Ιωαννίδης

16.04.2022
13:08
Κοινωνία

Επικήδειος λόγος του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών κ. Κώστα Κωνσταντίνου εκ μέρους της πολιτείας στην κηδεία του ταυτοποιηθέντος αγνοουμένου της περιόδου 1963-64 Ανδρέα Ιωαννίδη

Με αισθήματα τιμής και βαθιάς συγκίνησης συγκεντρωθήκαμε στον Ιερό Ναό Αρχαγγέλου Μιχαήλ, για να απευθύνουμε το ύστατο χαίρε στον μέχρι πρόσφατα αγνοούμενο συμπατριώτη και συγχωριανό μας, Ανδρέα Ιωαννίδη, το γένος Σάββα Χ’’Γιάννη Μάχου.

Σήμερα, μισό και πλέον αιώνα μετά τις δικοινοτικές ταραχές του 1963-64, ο Ανδρέας επιστρέφει στη γενέτειρά του και κηδεύεται με το δέοντα σεβασμό, παρουσία της πολιτείας, της πολυαγαπημένης του οικογένειας, των φίλων και συγχωριανών του.

Οι τραγικοί γονείς του απεβίωσαν πολλά χρόνια πριν γεμάτοι αγωνία, καημό και αναπάντητα ερωτήματα για την τύχη του λατρευτού τους γιού. Ενός νέου και φιλήσυχου ανθρώπου, μόλις 31 ετών, τα ίχνη του οποίου χάθηκαν αναπάντεχα το πρωινό της 26ης Μαΐου 1964, μεσούσης της δύσκολης και σκληρής περιόδου των δικοινοτικών ταραχών.

Στην άνανδρη δολοφονία του Ανδρέα αντικατοπτρίζεται άλλη μια πτυχή της βίαιης και τραγικής πραγματικότητα του πολέμου, που σε ανύποπτο χρόνο ανατρέπει συθέμελα τις ζωές των ανθρώπων, μετατρέποντας την απλή ροή της ανέμελης καθημερινότητάς τους σε ανείπωτο πόνο γεμάτο δραματικά επακόλουθα.

Ο Ανδρέας Ιωαννίδης γεννήθηκε το 1933, στον Άγιο Ιωάννη Πιτσιλιάς, της επαρχίας Λεμεσού. Ήταν το έκτο από τα επτά παιδιά του Σάββα Ιωαννίδη και της Μαρίας Χατζηγιάννη. Μεγάλωσε μαζί με τα αδέλφια του, Αντιγόνη, Ευδοκία, Ευαγόρα, Άννα, Ελένη και Νίκη σε μία φτωχή αγροτική οικογένεια, που αγωνιζόταν καθημερινά με αξιοπρέπεια για την επιβίωσή της. Από μικρός ήταν ένα ήσυχο και υπάκουο παιδί, ιδιαίτερα αγαπητό στην οικογένεια και τους φίλους του. Καθημερινά βοηθούσε τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες, συμβάλλοντας με τον δικό του τρόπο στη σκληρή βιοπάλη.

Η ανατροφή του σε μια οικογένεια με αρχές και αξίες και η άδολη αγάπη των γονιών του, συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός εξαίρετου χαρακτήρα, κύρια γνωρίσματα του οποίου ήταν η σεμνότητα, η εντιμότητα και η εργατικότητα. Άνθρωποι που τον γνώρισαν μαρτυρούν, ότι πάντοτε ανταποκρινόταν θετικά σε ό,τι του ζητούσαν, προσφέροντας απλόχερα τη βοήθειά του, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η καλοσύνη, η ανιδιοτέλεια και η ευγένεια κοσμούσαν την προσωπικότητά του.

Η μοίρα ωστόσο έμελλε να ναι πολύ σκληρή μαζί του, αφού ένα ανοιξιάτικο πρωινό, το ταξίδι της σύντομης ζωής του, διέκοψε απάνθρωπα η τουρκική θηριωδία.

Το βάναυσο αυτό γεγονός έλαβε χώρα σε μια ταραχώδη περίοδο, που η πατρίδα μας προσπαθούσε να ορθοποδήσει από όσα δεινά προκάλεσε η Βρετανική αποικιοκρατία, με την πολιτική του διαίρει και βασίλευε. Μια πολιτική, που επέτρεψε στην Τουρκία να καταστήσει ως στόχο τη διχοτόμηση του νησιού μας, πριν ακόμα την ανεξαρτησία του.

Αποχαιρετώντας σήμερα με συναισθήματα δέους και συγκίνησης τον Ανδρέα Ιωαννίδη, η σκέψη μας μεταφέρεται στην εποχή των δικοινοτικών ταραχών, η οποία αποτέλεσε την πρώτη μαύρη σελίδα στη σύγχρονη ιστορία μας.

Τότε, που με οδηγίες της Άγκυρας και σαν αποτέλεσμα των συγκρούσεων που μεθόδευσε, δημιουργήθηκαν μια σειρά από γκέτο περιοχές, σε ολόκληρη την Κύπρο, οι οποίες ονομάστηκαν τουρκοκυπριακοί θύλακες. Ταυτόχρονα, αποχώρησαν από τις θέσεις τους οι Τουρκοκύπριοι υπουργοί, βουλευτές και δημόσιοι υπάλληλοι, που αυτοεγκλωβίστηκαν και οι ίδιοι στους θύλακες, όπως τους το επέβαλε το βαθύ κράτος στην Τουρκία, το οποίο είχε ως εργαλείο για προώθηση των στόχων του την Τουρκοκυπριακή τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ, με επικεφαλής τον Ραούφ Ντενκτάς.

Οι οδηγίες προς το σύνολο των Τουρκοκυπρίων ήταν αυστηρές και ξεκάθαρες: Να σταματήσει κάθε είδους επαφή και συνεργασία με τους Ελληνοκυπρίους.

Είχε καταστεί πλέον σαφές, πως η τουρκοκυπριακή ηγεσία, με οδηγίες της Άγκυρας, ενεργούσε με διάφορους τρόπους για τη διχοτόμηση του νησιού. Ένα πάγιο σύνθημα των Τουρκοκυπρίων από το 1956, το οποίο αποτελούσε τη δική τους απάντηση, στο αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων της Κύπρου για ένωση με την Ελλάδα.

Όλα τα γεγονότα καταδεικνύουν, πως με την μια ενέργεια να ακολουθεί την άλλη, το ελεγχόμενο από την Τουρκία τμήμα του τουρκοκυπριακού πληθυσμού εργάστηκε μεθοδευμένα για τη διχοτόμηση του νησιού πολύ πιο πριν. Κάτι το οποίο τροχοδρομείτο με διάφορες πολιτικές και παραστρατιωτικές ενέργειες. Στο πολιτικό πεδίο πρόβαλλαν συνεχώς προσκόμματα στο νομοθετικό έργο και στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μαζί και διάφορες απαιτήσεις τους, που ήταν ενδεικτικές των προθέσεών τους, ήδη από το διάστημα της μεταβατικής περιόδου, πριν ακόμη η Κύπρος καταστεί ανεξάρτητη, όπως για τον γεωγραφικό διαχωρισμό των δήμων, καθώς και για συμπροεδρία και επανεγκατάσταση στην Κύπρο 300 χιλιάδων ανύπαρκτων Τουρκοκυπρίων μεταναστών.

Είναι στο πλαίσιο αυτό των επιδιώξεών τους, που αντέδρασαν έντονα στην υποβολή των 13 σημείων από τον Πρόεδρο Μακάριο, στις 30 Νοεμβρίου 1963, για αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας του κράτους. Απλά συμβάντα, τύγχαναν εκμετάλλευσης, ώστε να δημιουργούνται κρίσεις και καταστάσεις, που εξυπηρετούσαν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις τους και υπονόμευαν την ομαλή λειτουργία του κράτους. Πέραν αυτών, προχωρούσαν και σε προκλητικές πράξεις προπαγάνδας, όπως η τοποθέτηση βομβών σε δυο μουσουλμανικά τεμένη στη Λευκωσία, στις 25 Μαρτίου 1962, ημέρα εθνικής εορτής, ενέργεια που παραδέχθηκε 22 χρόνια αργότερα ο Ραούφ Ντενκτάς.

Υπήρξαν όμως ακόμη και πιο σοβαρά γεγονότα, που κατέδειξαν τις πολεμικές προπαρασκευές των Τουρκοκυπρίων, με εντολές της Άγκυρας, όπως η σύλληψη του τουρκικού ιστιοφόρου «Ντενίζ» στις 18 Οκτωβρίου 1959, το οποίο μετέφερε στην Κύπρο όπλα από την Τουρκία, η δημιουργία του στρατιωτικού θύλακα στη Μανσούρα, η αποκάλυψη επίσημων απορρήτων εγγράφων για συγκέντρωση του τουρκοκυπριακού πληθυσμού σε συμπαγείς περιοχές, προτού αρχίσουν οι μάχες και άλλα.

Η πρώτη σπίθα για έναρξη των διακοινοτικών ταραχών άναψε στην περιοχή του Αγίου Κασσιανού στη Λευκωσία, όταν Τουρκοκύπριοι που επέβαιναν σε όχημα αρνήθηκαν τον έλεγχο αστυνομικής περιπόλου, που τους θεώρησε ύποπτους και άνοιξαν πυρ εναντίον τους. Πολύ σύντομα οι ταραχές εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων γενικεύτηκαν σε όλη σχεδόν την Κύπρο, γεγονός που κατέδειξε ότι υπήρξε από μέρους τους μακρά προπαρασκευή.

Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, που δημιούργησαν Τουρκοκύπριοι εξτρεμιστές, με τη συμβολή της Άγκυρας, είναι που χάθηκαν, στις 26 Μαΐου 1964, τα ίχνη του αδικοχαμένου συγχωριανού μας, Ανδρέα Ιωαννίδη.

Το πρωινό εκείνης της μέρας, ο Ανδρέας επιβιβάστηκε σε λεωφορείο του χωριού του για να μεταβεί στη Λεμεσό, όπου είχε προγραμματισμένη συνάντηση με τους υπεύθυνους της ΚΟΚΑ ΚΟΛΑ, για να συζητήσουν την πιθανή εργοδότησή του. Στο ίδιο λεωφορείο είχε επιβιβαστεί και μια από τις αδελφές του. Φθάνοντας το λεωφορείο στη Λεμεσό, ο Ανδρέας αποβιβάστηκε στην περιοχή της Τζιαμούδας, ενώ η αδελφή του παρέμεινε στο λεωφορείο, για να φθάσει στον δικό της προορισμό. Στη διαδρομή προς το εργοστάσιο της ΚΟΚΑ ΚΟΛΑ, η οποία διαπερνούσε την τότε τουρκοκυπριακή συνοικία της πόλης, ο Ανδρέας Ιωαννίδης εξαφανίστηκε.

Οι ανησυχίες που εκφράστηκαν για την εξαφάνιση του εντάθηκαν από τον φόβο που επικρατούσε για τη δράση ένοπλων τουρκοκυπριακών ομάδων, οι οποίες προχωρούσαν σε απαγωγές ατόμων, που κυκλοφορούσαν ανυποψίαστα στους δρόμους.

Από τη στιγμή της σύλληψής του, μέχρι και την εν ψυχρώ εκτέλεσή του, ο Ανδρέας Ιωαννίδης πέρασε όλη την αγωνία και τον τρόμο στα χέρια των απαγωγέων και δολοφόνων του. Την ίδια μοίρα είχαν και 44 άλλοι συμπατριώτες μας, που επίσης εξαφανίστηκαν την θλιβερή και αιματηρή εκείνη περίοδο, στους οποίους περιλαμβάνεται ακόμη ένα τέκνο του Αγίου Ιωάννη Πιτσιλιάς, ο Θεοδόσης Βούρκας. Μέχρι στιγμής, μόλις 18 εξ’ αυτών έχουν εξευρεθεί και ταυτοποιηθεί τα οστά τους, συμπεριλαμβανομένου και του Ανδρέα.

Κυρίες και κύριοι,

Η οικογένεια του Ανδρέα για πάρα πολλά χρόνια ζούσε με το δράμα της εξαφάνισης του αγαπημένου τους προσώπου. Οι σεβάσμιοι γονείς, Σάββας και Μαρία, και τρεις από τις του αδελφές, η Αντιγόνη, η Ευδοκία και η Ελένη, έφυγαν από τη ζωή, αδικαίωτοι και απληροφόρητοι για την τύχη του δικού τους ανθρώπου.

Δυο άλλες αδελφές του, η Άννα και η Νίκη, βρίσκονται παρούσες αυτήν την τόσο ιδιαίτερη και ξεχωριστή στιγμή και απευθύνουν το ύστατο χαίρε, μαζί με τις προσευχές όλων μας, για ανάπαυση της ψυχής του.

Σε όλους τους συγγενείς εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια, όπως επίσης τη βαθιά εκτίμηση και τον σεβασμό μας για τη δύναμη και την αντοχή, που επέδειξαν όλα αυτά τα χρόνια.

Η εκταφή των οστών του Ανδρέα πραγματοποιήθηκε το 2012 από ομαδικό τάφο, ο οποίος εντοπίστηκε σε περιοχή του τουρκοκυπριακού χωριού Χαμίτ Μάνδρες, βόρεια της Λευκωσίας, που όπως αποδείχθηκε λειτουργούσε ως τόπος συγκέντρωσης και εκτέλεσης Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων και το 1963-64 αλλά και κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974.

Η ανεύρεση των οστών υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος εκταφής και αναγνώρισης λειψάνων της Διερευνητικής Επιτροπής για τα Αγνοούμενα Πρόσωπα στην Κύπρο, η οποία λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν ανθρωπολογικές εξετάσεις και εξετάσεις DNA, με βάση τις οποίες διακριβώθηκε η ταυτότητα των οστών του Ανδρέα Ιωαννίδη. Η οικογένειά του ενημερώθηκε για την ταυτοποίηση των οστών του από αρμόδιους λειτουργούς του Γραφείου της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας και έτσι σήμερα γράφεται ο τραγικός επίλογος της θυσίας του.

Κυρίες και κύριοι,

Η ιδιαίτερη πατρίδα μας υπέφερε πολλές δοκιμασίες και εξακολουθεί ακόμη να επωμίζεται τις δυσάρεστες συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974. Οι αγνοούμενοι αποτελούν μία από τις πιο τραγικές πτυχές του δράματος της Κύπρου. Πάρα πολλές οικογένειες εξακολουθούν ακόμα να ζουν με την αγωνία και τον πόνο της εξαφάνισης των αγαπημένων τους, όπως για τόσα πολλά χρόνια τα μέλη της οικογένειας του Ανδρέα Ιωαννίδη.

Η προσήλωση της πολιτείας γύρω από το ευαίσθητο και ανθρωπιστικό αυτό θέμα θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, όπως επίσης και οι συνεχιζόμενες προσπάθειες που καταβάλλονται για διακρίβωση της τύχης των συνολικά 776 αγνοουμένων, που παραμένουν στον θλιβερό κατάλογο, πέραν εκείνων που έχουν επιβεβαιωθεί ως πεσόντες, χωρίς ωστόσο να έχουν εντοπιστεί τα λείψανά τους.

Φίλες και φίλοι,

Ο χρόνος κυλά αδυσώπητα με τις οδυνηρές και καταστροφικές συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής να παραμένουν ακόμη ορατές και αμετάβλητες για τον τόπο μας. Σήμερα, 48 χρόνια μετά, εξακολουθούμε να ζούμε σε μια μοιρασμένη πατρίδα και να αγωνιζόμαστε για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος.

Η Κυβέρνηση, καταβάλλει με σύνεση και καλή θέληση κάθε δυνατή προσπάθεια, με στόχο την επανέναρξη ενός εποικοδομητικού διαλόγου, στη βάση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, μέσω του οποίου θα συζητηθούν οι ανησυχίες των δύο πλευρών, προκειμένου να επιτευχθεί πρόοδος και προοπτική λύσης στο εθνικό μας πρόβλημα.

Μια λύση, που να εδράζεται στις Ευρωπαϊκές αρχές και αξίες και που να διασφαλίζει το σπουδαίο αγαθό της ειρήνης. Δυστυχώς καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες ενός φρικτού πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος, που εξελίσσεται μπροστά στις οθόνες μας, αφήνοντας πίσω του ανυπολόγιστες καταστροφές, ανθρώπινες απώλειες, πρόσφυγες και βέβαια ανείπωτο πόνο, φόβο, αγωνία και ανασφάλεια.

Η Κύπρος από την πρώτη στιγμή, ως χώρα που βίωσε και εξακολουθεί να βιώνει τέτοια θλιβερά γεγονότα, αντέδρασε με ενσυναίσθηση, καταδικάζοντας την ρωσική εισβολή, η οποία παραβιάζει ξεκάθαρα το Διεθνές Δίκαιο, εκφράζοντας έμπρακτα την αλληλεγγύη και την υποστήριξή της στον ουκρανικό λαό.

Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία ανήκουμε ως ισότιμο μέλος, καταβάλλει προσπάθειες για τη διασφάλιση μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, που θα τερματίσει την αιματοχυσία και θα ανοίξει τον δρόμο για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων.

Η αξιοποίηση της διπλωματικής οδού και ο τερματισμός κάθε επιθετικής ενέργειας, αποτελεί τη μόνη εφικτή λύση για την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ασφάλειας. Και αυτό το αναγνωρίζει όλος ο πολιτικός πολιτισμός της ανθρωπότητας και ιδιαιτέρως η Ευρώπη, η οποία επιδιώκει ενωμένη να διαφυλάξει την ειρήνη απέναντι στις νέες προκλήσεις και εκφάνσεις της βαρβαρότητας.

Στο πλαίσιο αυτό ενεργοποιούνται και οι δικές μας αντιδράσεις, που αποσκοπούν πρωτίστως στην υπεράσπιση της κρατικής μας κυριαρχίας. Επιπρόσθετα, θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική την ανάπτυξη από μέρους της Κυβέρνησης στρατηγικών συμμαχιών, σε διάφορους τομείς, οι οποίοι αναδεικνύουν τον αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο, που μπορεί να διαδραματίσει η Κύπρος και το γεγονός ότι μπορεί να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας στην κομβικής σημασίας περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης, στις πρόσφατες συναντήσεις του τόσο με τον Αν. Βοηθό Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για την Ευρώπη, την Ασία και την Αμερική κ. Γιέτζια, όσο και με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη κ. Ερσίν Τατάρ, παρουσία αξιωματούχων των ΗΕ, διεμήνυσε την ανάγκη επανέναρξης της διαδικασίας για επίλυση του Κυπριακού, στη βάση μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, όπως προβλέπεται από τις παραμέτρους των Ηνωμένων Εθνών και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Τόνισε επίσης, ότι η δημιουργία θετικού κλίματος ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη είναι απαραίτητη, όπως επίσης και η δημιουργία προϋποθέσεων, που θα τερματίζουν οποιεσδήποτε έκνομες ενέργειες τόσο στη θαλάσσια περιοχή όσο και στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απευθυνόμενος στον κ. Τατάρ αναφέρθηκε εκτενώς και στο δύσκολο και συνεχώς μεταβαλλόμενο πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών, που παρατηρούνται στις ελεύθερες περιοχές, καθώς και στην εργαλειοποίηση που αυτές τυγχάνουν, με σκοπό να εξυπηρετούνται πολιτικοί στόχοι της Τουρκίας. Δυστυχώς, για άλλη μία φορά παρατηρήθηκαν απαράδεκτες θέσεις και καταγράφηκε η σταθερή και αδιάλλακτη στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς, η οποία συγκρούεται με τις αρχές και τις αξίες, στις οποίες παραμένουμε απόλυτα προσηλωμένοι.

Εμείς δεν θα πάψουμε στιγμή να επιζητούμε την επικράτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πατρίδα μας και την καλλιέργεια συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης. Αναγνωρίζουμε το επιβαλλόμενο χρέος μας να μην αφήσουμε τη λήθη, την άγνοια και την αναλήθεια να κερδίσουν. Αναγνωρίζουμε επίσης, ότι οι σημερινές πραγματικότητες, εντός και εκτός συνόρων, καθιστούν το μήνυμα της αλληλεγγύης και της ειρήνης πιο επιτακτικό από ποτέ.

Αυτό επιβάλλει η ιστορική μας συνείδηση και ο προσήκων σεβασμός στο πρόσωπο όσων διαχρονικά θυσιάστηκαν στους εθνικούς μας αγώνες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται και άλλα έξι παιδιά της Κοινότητας, πέραν του Ανδρέα Ιωαννίδη, που έχασαν τη ζωή τους ή αγνοούνται, πέντε στη διάρκεια της εισβολής του 1974 και δύο στις δικοινοτικές ταραχές, το 1964.

Μπροστά στο σεπτό αυτό οστεοφυλάκιο υποκλινόμαστε όλοι ευλαβικά, ευελπιστώντας καλύτερες μέρες για μας και τα παιδιά μας στην πολύπαθη, «όμορφη και παράξενη πατρίδα μας.»

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει αείμνηστε και αγαπημένε, Ανδρέα Ιωαννίδη! Αιωνία σου η μνήμη.