Η απόφαση του Ανωτάτου ενεργοποιεί ουσιαστικά την προγενέστερη εισήγηση της Προέδρου του ΔΗΣΥ, Αννίτας Δημητρίου, η οποία είχε υιοθετηθεί από το Εκτελεστικό Γραφείο του κόμματος, αλλά παρέμενε σε εκκρεμότητα μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας για την άρση της ασυλίας. Η ηγεσία του ΔΗΣΥ, είχε εξαρχής καταστήσει σαφές ότι η στάση της, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα άνοιγε ο δρόμος για πλήρη αστυνομική διερεύνηση της υπόθεσης.
Με την απόφαση του Ανωτάτου, ο δρόμος αυτός άνοιξε. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου αποφάνθηκε ομόφωνα ότι τα αδικήματα που εξετάζονται είναι σοβαρά τόσο από τη φύση τους όσο και από τις συνθήκες που διαπράχθηκαν. Όπως διαπιστώθηκε τα αδικήματα δεν έχουν σχέση με τα καθήκοντά του βουλευτή.
Σύμφωνα με το Ανώτατο, όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και κρίθηκε ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και έτσι αποφασίστηκε η άρση ασυλίας για όλα τα στάδια της διαδικασίας.
Σε ανακοίνωσή του αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, ο Δημοκρατικός Συναγερμός επανέλαβε τη διαχρονική του θέση υπέρ του περιορισμού της βουλευτικής ασυλίας αποκλειστικά στο πλαίσιο της άσκησης των κοινοβουλευτικών καθηκόντων, τονίζοντας ότι η ασυλία δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα για σοβαρά ποινικά αδικήματα. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη θεσμικής ρύθμισης του ζητήματος πριν από τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, επικαλούμενος τις αρχές της ισονομίας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
Το επόμενο οργανωτικό βήμα αναμένεται να είναι η άμεση σύγκληση του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, προκειμένου να επικυρώσει την απόφαση του Εκτελεστικού Γραφείου για αφαίρεση του Νίκου Σύκα από το ψηφοδέλτιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, στη θέση του στο ψηφοδέλτιο της Λεμεσού αναμένεται να τοποθετηθεί ο πρώην βουλευτής Ανδρέας Μιχαηλίδης, εξέλιξη που σηματοδοτεί προσπάθεια της ηγεσίας να κλείσει γρήγορα το ζήτημα σε επίπεδο προεκλογικού σχεδιασμού και να περιορίσει τις πολιτικές απώλειες.
Ωστόσο, η υπόθεση δεν εξαντλείται στο ζήτημα του ψηφοδελτίου. Ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα που πλέον τίθεται ανοικτά είναι κατά πόσο ο Νίκος Σύκας θα παραμείνει μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗΣΥ ή αν θα τεθεί θέμα αποβολής του. Μέχρι στιγμής, η ηγεσία του κόμματος δεν έχει τοποθετηθεί δημόσια επί του συγκεκριμένου ζητήματος, γεγονός που τροφοδοτεί σενάρια και εσωκομματικές συζητήσεις.
Σύμφωνα με ένα σενάριο, ο ΔΗΣΥ ενδέχεται να επιλέξει να διαχωρίσει την ποινική διερεύνηση από την κοινοβουλευτική ιδιότητα, επιτρέποντας στον βουλευτή να παραμείνει στην κοινοβουλευτική ομάδα μέχρι την ολοκλήρωση των ερευνών, επικαλούμενος το τεκμήριο αθωότητας. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να θεωρηθεί θεσμικά συνεπής, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένης κοινωνικής ευαισθησίας σε ζητήματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας.
Ένα δεύτερο, πιο αυστηρό σενάριο, θέλει την ηγεσία του ΔΗΣΥ να προχωρεί σε αποβολή του Νίκου Σύκα από την κοινοβουλευτική ομάδα, στέλνοντας ένα σαφές πολιτικό μήνυμα μηδενικής ανοχής και επιχειρώντας να θωρακίσει το κόμμα από περαιτέρω φθορά. Μια τέτοια απόφαση, ωστόσο, θα αποτελούσε βαρύ προηγούμενο και θα απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς, τόσο σε νομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Υπάρχει, τέλος, και το ενδιάμεσο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο ο βουλευτής θα τεθεί σε ένα άτυπο καθεστώς αποστασιοποίησης από την κοινοβουλευτική ομάδα, χωρίς επίσημη αποβολή, μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση. Το σενάριο αυτό, αν και πολιτικά πιο «εύκαμπτο», ενδέχεται να παρατείνει την αβεβαιότητα και να διατηρήσει το θέμα στην επικαιρότητα.
Η καταγγελία
Σε σχέση με τα όσα έγιναν το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, στην καταγγελία αναφέρεται ότι πριν από νυχτερινή τους έξοδο, η καταγγέλλουσα δέχτηκε προσβλητικά σχόλια από τον βουλευτή, ενώ μετά την επιστροφή τους από το ρεβεγιόν, ο ίδιος άσκησε σε βάρος της σωματική βία και την απείλησε.
Όταν η παραπονούμενη δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ενόρκως ότι τελικά δεν έχει κανένα παράπονο, η αστυνομία ρώτησε τον λόγο, με την ίδια να απαντά ότι:
«Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο καταγγελλόμενος αποτελεί δημόσιο πρόσωπο, μου προκαλεί «στρες» και ψυχολογική πίεση, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να διαχειριστώ την περαιτέρω συνέχιση της διαδικασίας.»
Η Νομική Υπηρεσία κάνει λόγο για τέσσερα ενδεχόμενα αδικήματα που η ποινή τους υπερβαίνει τα δύο έτη φυλάκισης και αφορούν μεταξύ άλλων άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας, απειλές και επίθεση.
Αν και το δικαστήριο δεν μπήκε στην ουσία της υπόθεσης, η πλευρά του βουλευτή επιμένει ότι δεν υπάρχει μαρτυρικό υλικό, για να στοιχειοθετηθεί η υπόθεση.


