Μελέτη από ερευνητές του Johns Hopkins Medicine εξέτασε εάν ορμόνες όπως η τεστοστερόνη και η οιστραδιόλη επηρεάζουν μακροπρόθεσμα την καρδιαγγειακή υγεία ατόμων με διαβήτη τύπου 2. Τα ευρήματα υποδεικνύουν έναν πιθανό βιολογικό παράγοντα πίσω από τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. «Μας ενδιαφέρει πολύ να κατανοήσουμε γιατί οι γυναίκες με διαβήτη διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων από τους άνδρες», λέει η δρ. Wendy Bennett, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιατρικής στο Johns Hopkins University School of Medicine. «Οι ορμόνες φύλου έχουν σημασία και θα μπορούσαν να εξηγήσουν ορισμένες από τις διαφορές στην καρδιαγγειακή υγεία διαβητικών ανδρών και γυναικών», προσθέτει.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Diabetes Care, αξιολόγησε δείγματα αίματος που συλλέχθηκαν στην αρχή της δοκιμής, καθώς και έναν χρόνο αργότερα. Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα των βασικών ορμονών φύλου και εξέτασαν πώς οι αλλαγές σε αυτά συσχετίζονταν με μελλοντικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν αξιοσημείωτα μοτίβα στους άνδρες: Υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης στην αρχή της μελέτης συσχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων με την πάροδο του χρόνου. Αντίθετα, οι άνδρες των οποίων τα επίπεδα οιστραδιόλης αυξήθηκαν κατά το πρώτο έτος της μελέτης παρουσίασαν υψηλότερο κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων. «Αυτές οι ορμονικές αλλαγές μας έδωσαν μια εικόνα για το πώς μπορεί να εξελιχθεί ο καρδιαγγειακός κίνδυνος. Παρατηρήσαμε σαφείς συσχετίσεις μεταξύ των επιπέδων ορμονών και των καρδιαγγειακών κινδύνων στους άνδρες», εξηγεί η Bennett.
Ωστόσο, οι ερευνητές δεν παρατήρησαν ισχυρές ή συνεπείς συσχετίσεις για τις γυναίκες. Οι λόγοι παραμένουν ασαφείς και υπογραμμίζουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα. Σύμφωνα με την Bennett, τα ευρήματα είναι σημαντικά για την πρόληψη των καρδιακών παθήσεων σε άτομα με διαβήτη. «Η παρακολούθηση των ορμονών φύλου θα μπορούσε να προστεθεί στους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα χοληστερόλης. Στο μέλλον, αυτές οι πληροφορίες μπορεί να βοηθήσουν τους κλινικούς γιατρούς να εξατομικεύσουν τις στρατηγικές πρόληψης των καρδιαγγειακών παθήσεων», καταλήγει.
ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr