Το ΑΚΕΛ έκανε λόγο για «ιστορική διολίσθηση», κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι εμπλέκει την Κύπρο σε μια πρωτοβουλία που ενδέχεται να παρακάμπτει τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και να αποδυναμώνει το διεθνές δίκαιο.
Η Κυβέρνηση απάντησε σε υψηλούς τόνους. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης ξεκαθάρισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα συμμετάσχει με καθεστώς παρατηρητή και ότι η παρουσία της, δεν σημαίνει μετατόπιση από το πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η Κύπρος πρέπει να είναι παρούσα όπου συζητούνται ζητήματα που επηρεάζουν την περιοχή της, καταθέτοντας τις θέσεις της και προασπίζοντας τα συμφέροντά της.
Πίσω από τη σύγκρουση κρύβεται μια ουσιαστική διαφορά προσέγγισης. Το ΑΚΕΛ θεωρεί ότι η Λευκωσία πρέπει να κινείται αποκλειστικά μέσα από το θεσμικό πλαίσιο του ΟΗΕ, αποφεύγοντας πρωτοβουλίες που μπορεί να δημιουργήσουν «παράλληλα κέντρα». Η κυβέρνηση, από την άλλη, υποστηρίζει ότι η σημερινή διεθνής πραγματικότητα επιβάλλει ευελιξία και ενεργή συμμετοχή σε κάθε φόρουμ, που διαμορφώνει εξελίξεις.
Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Στο ίδιο τραπέζι θα βρίσκεται και η Τουρκία. Μια Τουρκία, που τα τελευταία χρόνια έχει υιοθετήσει πιο σκληρή γραμμή στο Κυπριακό, προωθώντας τη λύση δύο κρατών και αμφισβητώντας ευθέως τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ίδιος ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να παρουσιάσει το κυπριακό κράτος ως «εκλιπούσα» οντότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσία της Κύπρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι μόνο για λόγους ουσίας, αλλά και για λόγους εικόνας. Η Κυπριακή Δημοκρατία, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, συμμετέχει σε μια διεθνή διαδικασία όπου παρευρίσκεται και η Άγκυρα. Δεν απουσιάζει, δεν αφήνει κενό.
Η διπλωματία, ιδιαίτερα για ένα μικρό κράτος, δεν ασκείται από απόσταση. Ασκείται με παρουσία. Αν η Κύπρος επιλέξει να μην συμμετέχει, η συζήτηση θα προχωρήσει χωρίς τη δική της φωνή. Οι θέσεις της, θα μεταφέρονται από τρίτους-αν μεταφέρονται. Αντίθετα, με τη συμμετοχή της μπορεί να επαναλαμβάνει ξεκάθαρα ότι το Κυπριακό παραμένει ζήτημα εισβολής και κατοχής και ότι η λύση του βασίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κίνδυνοι. Κάθε διεθνής πρωτοβουλία κρύβει αβεβαιότητες. Ωστόσο, η αποχή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, απλώς περιορίζει την επιρροή. Το ζητούμενο είναι πώς αξιοποιείται η παρουσία. Αν η Λευκωσία συμμετέχει με καθαρή στρατηγική και σταθερό μήνυμα, τότε μπορεί να μετατρέψει τη συμμετοχή σε πλεονέκτημα.
Η αντιπαράθεση κυβέρνησης και ΑΚΕΛ είναι πολιτικά αναμενόμενη. Σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όμως, το τελικό κριτήριο δεν είναι η ιδεολογική καθαρότητα αλλά το αποτέλεσμα. Ενισχύεται ή όχι η διεθνής θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας;
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιλογή της παρουσίας φαίνεται να απαντά σε μια βασική ανάγκη: να μην αφήνει η Κύπρος χώρο σε όσους επιχειρούν να την υποβαθμίσουν. Όταν η Τουρκία βρίσκεται στο τραπέζι, η Λευκωσία δεν μπορεί να απουσιάζει.
Η Κύπρος δεν είναι «εκλιπούσα». Είναι κράτος με διεθνή αναγνώριση, με συμμαχίες και με λόγο. Και σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν, η απλή αλλά σταθερή επιλογή να βρίσκεται παρούσα, ίσως είναι η πιο ουσιαστική πολιτική πράξη.


