Σύμφωνα με το δημοσίευμα της δημοσιογράφου Μαριλένας Παναγή στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», οι συγγενείς καταγγέλλουν καθυστερημένη αντιμετώπιση εσωτερικής αιμορραγίας, απρεπή συμπεριφορά από μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού και έλλειψη ενσυναίσθησης κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της γυναίκας.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι η ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο σε καλή κατάσταση, ωστόσο λίγες ώρες αργότερα παρουσίασε σοβαρή επιδείνωση και διαπιστώθηκε τραυματισμός με εσωτερική αιμορραγία, που οδήγησε τελικά σε επείγουσα αγγειοχειρουργική επέμβαση υψηλού κινδύνου.
«Μία ημέρα πριν την εισαγωγή της στο κρατικό νοσοκομείο, εξειδικευμένος νοσηλευτής που την επισκέφθηκε κατ’ οίκον, ενώ είχε προχωρήσει σε ενδελεχή εξέταση της, δεν εντόπισε καμία κάκωση στα άκρα της. Η ασθενής εισήλθε στο νοσοκομείο με απόλυτη διαύγεια» αναφέρει η μαρτυρία που παρουσιάζει ο «Φιλελεύθερος».
Παρά τις αρχικές δυσοίωνες εκτιμήσεις, η επέμβαση ολοκληρώθηκε επιτυχώς και η ηλικιωμένη νοσηλεύεται σταθερή σε καρδιολογική εντατική μονάδα.
«Το νοσοκομείο μας κάλεσε εν μέσω νύχτας σε κατάσταση πανικού, με την υπεύθυνη νοσηλεύτρια να απαιτεί επιτακτικά την παρουσία μας, ισχυριζόμενη προκλητικά πως “έχουν νομικό δικαίωμα να μας φέρουν εκεί για να την προσέχουμε εμείς”. Φτάνοντας στον θάλαμο, γίναμε μάρτυρες μιας σκηνής που προκαλεί αποτροπιασμό: Η ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτου παραληρήματος, ουρλιάζοντας αβοήθητη, ενώ το νοσηλευτικό προσωπικό παρέμενε αδρανές, με τη δικαιολογία πως “κουράστηκαν να την προσέχουν όλη νύχτα”».
Μάλιστα, σύμφωνα με την μαρτυρία, οι συγγενείς της ηλικιωμένης διαπίστωσαν ότι, παρουσίαζε «εκτεταμένη εκχύμωση στο γόνατο», η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, «προκλήθηκε εντός του νοσοκομείου».
Υποστηρίζουν επίσης πως όταν ζητήθηκαν εξηγήσεις: «H νοσηλεύτρια, με χειρονομίες που αμφισβητούσαν τη νοητική ακεραιότητα της ασθενούς, επιχείρησε να μας ενοχοποιήσει, ενώ στη συνέχεια απαίτησε να αποχωρήσουμε από το χώρο. Ενώ, δηλαδή, η ασθενής αιμορραγούσε (όπως αργότερα διαπιστώθηκε), το προσωπικό επέλεγε να χλευάζει τη νοητική της ικανότητα και να υποστηρίζει ότι έπρεπε να έρθει ψυχίατρος ή ψυχολόγος για να τη δει».
Η οικογένεια ισχυρίζεται ότι, μετά από δική της παρέμβαση και αφού οι γιατροί διαπίστωσαν σωματική κάκωση και εσωτερική αιμορραγία, τους παρουσιάστηκαν δύο επιλογές αντιμετώπισης, αμφότερες υψηλού κινδύνου λόγω της πρόσφατης τοποθέτησης stent στην ασθενή. Σύμφωνα με τους ίδιους, η πρώτη επιλογή αφορούσε εφαρμογή εξωτερικής πίεσης στο σημείο της αιμορραγίας, με στόχο να περιοριστεί η διαρροή, ενώ η δεύτερη ήταν άμεση χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης του αγγείου, η οποία – όπως υποστηρίζουν – χαρακτηρίστηκε από τους γιατρούς ως «εσχάτη λύση» εξαιτίας της εύθραυστης καρδιακής κατάστασης της ηλικιωμένης. Όπως αναφέρουν, επιλέχθηκε αρχικά η συντηρητική αντιμετώπιση με στενή παρακολούθηση της ασθενούς.
Ενώ η ασθενής μεταφερόταν στο χειρουργείο, «νοσηλεύτρια από την ίδια ομάδα που νωρίτερα χλεύαζε την κατάσταση και διέγνωσαν από μόνες τους πως το πρόβλημα ήταν ψυχολογικά προβλήματα, πλησίασε μέλος της οικογένειας και με ένα προκλητικά “ευγενικό” ύφος του είπε: «“Μην τρέφετε ελπίδες, η μητέρα σας δεν πρόκειται να βγει ζωντανή από το χειρουργείο”».
Οι συγγενείς αναφέρουν επίσης ότι συγκεκριμένες συμπεριφορές νοσηλευτών ήταν προσβλητικές και ακατάλληλες, ενώ σημειώνουν πως μετά την ανάληψη της περίπτωσης από την Καρδιολογική Εντατική, η ασθενής έτυχε επαγγελματικής και ανθρώπινης φροντίδας.
Ο ΟΚΥπΥ που ενημερώθηκε από την οικογένεια, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Μαριλένας Παναγή, έχει ήδη προχωρήσει σε διαδικασία διερεύνησης των καταγγελιών, ενώ το θέμα τέθηκε και ενώπιον του Παρατηρητηρίου Δικαιωμάτων των Ασθενών της ΟΣΑΚ.