Τη δική της εκδοχή για την υπόθεση της «Σάντη» δίνει, για πρώτη φορά δημόσια, η γυναίκα που βρίσκεται πίσω από το συγκεκριμένο ψευδώνυμο, επιχειρώντας να διαχωρίσει τη δική της συμμετοχή από όσα, όπως υποστηρίζει, προστέθηκαν στην πορεία της υπόθεσης.
Σε γραπτή τοποθέτησή της που απέστειλε στη Cyprus Times, αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες άρχισε να εμπλέκεται στην υπόθεση, στις επαφές που είχε με τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη και τους δημοσιογράφους Στέλιο Ορφανίδη και Μακάριο Δρουσιώτη, ενώ δίνει τη δική της εκδοχή για τα επίμαχα μηνύματα και την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία.
Όπως αναφέρει, η εμπλοκή της ξεκίνησε μέσα από δικές της επιλογές, ενώ στην πορεία άρχισε να υιοθετεί τον ρόλο της «Σάντη». Ταυτόχρονα, όμως, υποστηρίζει ότι δεν προήλθαν από την ίδια όλα όσα ακολούθησαν και δημοσιοποιήθηκαν.
«Άρχισα να μπαίνω σε έναν ρόλο»
Η ίδια αναγνωρίζει ότι η αρχή της εμπλοκής της στην υπόθεση συνδέεται με συζητήσεις που είχε με τον Νίκο Κληρίδη.
«Η εμπλοκή μου στην υπόθεση ξεκίνησε μέσα από τις δικές μου επιλογές. Αυτό δεν το αρνούμαι», αναφέρει στη γραπτή τοποθέτησή της.
Περιγράφοντας την εξέλιξη, σημειώνει ότι αρχικά επρόκειτο για μια συζήτηση, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε μια σειρά ερωτήσεων και απαντήσεων. Όπως υποστηρίζει, σε κάποια στιγμή άρχισε να υιοθετεί τον ρόλο της «Σάντη».
Η γυναίκα δεν επιχειρεί, όπως αναφέρει, να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό ως δικαιολογία, αλλά να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο, κατά την ίδια, ένας άνθρωπος μπορεί να παρασυρθεί σε έναν ρόλο και να δυσκολευτεί στη συνέχεια να απομακρυνθεί από αυτόν.
Παράλληλα, ξεκαθαρίζει πως αναγνωρίζει το δικό της μέρος στην υπόθεση, χωρίς όμως να αποδέχεται ότι όλα όσα ακολούθησαν προήλθαν από την ίδια.
Οι επαφές με Ορφανίδη και Δρουσιώτη
Σύμφωνα με όσα αναφέρει στη γραπτή τοποθέτησή της προς τη Cyprus Times, η πρώτη επικοινωνία της με τον δημοσιογράφο Στέλιο Ορφανίδη έγινε το 2020, μετά από μεσολάβηση του Νίκου Κληρίδη.
Η ίδια δεν παραθέτει λεπτομερώς το περιεχόμενο των συγκεκριμένων συνομιλιών ούτε προσδιορίζει ποια ακριβώς στοιχεία είχε μεταφέρει εκείνη την περίοδο.
Ακολούθησε, όπως αναφέρει, η επικοινωνία της με τον Μακάριο Δρουσιώτη και η συνάντησή τους στις 26 Απριλίου 2023, σε καφετέρια στο Mall of Cyprus.
Όπως περιγράφει, σκοπός της ήταν να ακούσει και να διαπιστώσει τι γνώριζε ο δημοσιογράφος για την υπόθεση.
Η ίδια υποστηρίζει ότι από τη συζήτηση αποκόμισε την εντύπωση πως ο Μακάριος Δρουσιώτης είχε ήδη γνώση στοιχείων και είχε σχηματίσει τη δική του εικόνα για την υπόθεση.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται και σε δημόσια αναφορά του Στέλιου Ορφανίδη για συνάντηση που είχε με τον Μακάριο Δρουσιώτη στην Αθήνα το 2023. Όπως υποστηρίζει, οι δύο δημοσιογράφοι είχαν συγκρίνει πληροφορίες που διέθεταν και θεωρούσαν ότι επικοινωνούσαν με το ίδιο πρόσωπο.
Με αυτό το επιχείρημα, η ίδια απορρίπτει την εκδοχή ότι όλα τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη συνέχεια ως βάση της υπόθεσης προήλθαν από την ίδια.
Στο επίκεντρο τα επίμαχα μηνύματα
Ιδιαίτερη θέση στη γραπτή της τοποθέτηση καταλαμβάνει το ζήτημα των μηνυμάτων που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης.
Η γυναίκα αναφέρει ότι το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε την επίμαχη περίοδο έχει πλέον χαθεί και, ως εκ τούτου, δεν είναι διαθέσιμο για τεχνικό έλεγχο.
Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι θα μπορούσαν να εξεταστούν άλλα διαθέσιμα τεχνικά δεδομένα, από συσκευές ή λογαριασμούς, προκειμένου να διερευνηθεί η διαδρομή των συγκεκριμένων μηνυμάτων.
Στη γραπτή τοποθέτησή της ζητά μάλιστα να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητος και νόμιμος τεχνικός έλεγχος των διαθέσιμων δεδομένων, προκειμένου, όπως αναφέρει, να διαπιστωθεί η διαδρομή των μηνυμάτων μέχρι τον τελικό παραλήπτη.
Απευθυνόμενη ειδικά στον Μακάριο Δρουσιώτη, θέτει το ερώτημα κατά πόσον θα ήταν διατεθειμένος να επιτρέψει έναν τέτοιο έλεγχο στα διαθέσιμα δεδομένα της συσκευής και των σχετικών λογαριασμών του, αποκλειστικά ως προς τη διαδρομή των συγκεκριμένων μηνυμάτων.
Η ίδια αναφέρει ακόμη ότι μετά τη συνάντησή της με τον δημοσιογράφο άλλαξε τηλέφωνο και απομακρύνθηκε από την υπόθεση.
Η κατάθεση στην Αστυνομία
Στη γραπτή της τοποθέτηση κάνει αναφορά και στην απόφασή της να απευθυνθεί στην Αστυνομία.
Όπως αναφέρει, στις 2 Απριλίου 2026 έδωσε γραπτή κατάθεση, δύο ημέρες μετά τη δημόσια ανάρτηση του Μακάριου Δρουσιώτη για την υπόθεση.
Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης, όπως περιγράφει, αποτέλεσε για την ίδια καθοριστική στιγμή, καθώς από μια ιδιωτική ιστορία βρέθηκε να αποτελεί δημόσιο πρόσωπο μιας υπόθεσης που είχε πλέον πάρει ευρύτερες διαστάσεις.
Εξηγώντας την απόφασή της να καταθέσει στην Αστυνομία, αναφέρει ότι στόχος της ήταν να σταματήσει να αποτελεί η «Σάντη» έναν χαρακτήρα πάνω στον οποίο, όπως υποστηρίζει, μπορούσε ο καθένας να προβάλλει τη δική του εκδοχή.
Παράλληλα, απορρίπτει κατηγορηματικά ότι εκβιάστηκε, χρησιμοποιήθηκε ή δωροδοκήθηκε προκειμένου να υποστηρίξει συγκεκριμένη εκδοχή για τα επίμαχα μηνύματα.
«Να κριθώ για όσα πραγματικά έκανα»
Στη γραπτή τοποθέτησή της επικαλείται επίσης την ανακοίνωση της Αστυνομίας σχετικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης, όπως η ίδια την ερμηνεύει, αναφέροντας ότι δεν στοιχειοθετήθηκαν αδικήματα και ότι τα μηνύματα που εξετάστηκαν δεν ήταν γνήσια, ενώ το περιεχόμενό τους κρίθηκε ψευδές και ανυπόστατο.
Η ίδια σημειώνει πως δεν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει αυτή την εξέλιξη ως άλλοθι για τη δική της συμμετοχή.
Αντίθετα, επιχειρεί να θέσει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσα αναγνωρίζει ότι έκανε η ίδια και σε όσα, όπως υποστηρίζει, της αποδίδονται χωρίς να έχουν προέλθει από εκείνη.
«Αναγνωρίζω τη δική μου συμμετοχή στην ιστορία. Δεν αναγνωρίζω όμως ευθύνη για όσα δεν έκανα, δεν είπα και δεν μετέφερα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, υποστηρίζει ότι η ιστορία ξεκίνησε με τη δημιουργία ενός ρόλου, ο οποίος στη συνέχεια μεγάλωσε και απέκτησε δημόσιες διαστάσεις, με αποτέλεσμα, όπως λέει, ο άνθρωπος πίσω από τον ρόλο να χρειαστεί τελικά να αποδείξει ότι υπάρχει.
Η ίδια δηλώνει ότι πλέον δεν θέλει να μιλά ως «Σάντη», αλλά ως άνθρωπος, ζητώντας να αξιολογηθεί με βάση όσα πραγματικά έκανε και όχι με βάση όσα, κατά την ίδια, προστέθηκαν στην πορεία της υπόθεσης.
Το βασικό της αίτημα, όπως το διατυπώνει, είναι να εξεταστούν τα διαθέσιμα στοιχεία και να αφεθούν αυτά να δώσουν τις απαντήσεις για την υπόθεση.