Google Play Store Apple Store
World News Media Themasports Socialista lifenewscy ARJ Radio

Δεύτερη ευκαιρία στους ληστές που έκλεψαν 45 χιλιάδες από τράπεζα στον Στρόβολο - Η απόφαση του Δικαστηρίου

05.07.2021
13:30
Αστυνομικό Ρεπορτάζ

Ποινή στους τέσσερις κατηγορούμενους για τη ληστεία που σημειώθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2020, στο Στρόβολο επέβαλε το Δικαστήριο Λευκωσίας. 

Σύμφωνα με την ποινή, έχει επιβληθεί φυλάκιση μέχρι και 2,5 χρόνια, ωστόσο με αναστολή, δίνοντας στους τέσσερις νεαρούς "δεύτερη ευκαιρία". 

Αυτούσια η απόφαση: 

σήμερα Δευτέρα Κατόπιν δικής τους παραδοχής, οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατηγοριών που αφορούν Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, 2 Κεφ. 154 (1η κατηγορία), Ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και Νομιμοποίηση Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α)(ii)(2) και (5) του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν. 188(Ι)/2007.

Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ άγνωστης προς την Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνίας και 14 Αυγούστου 2020 στη Λευκωσία, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι το αδίκημα της ληστείας που έλαβε χώρα την 14.8.2020 στη Λεωφόρο Στροβόλου 80, στη Λευκωσία (1η κατηγορία).

Περαιτέρω, την 14.8.2020, ενώ ήταν οπλισμένοι με επικίνδυνο και επιθετικό όργανο, ήτοι ένα μαχαίρι, οι κατηγορούμενοι έκλεψαν από το υποκατάστημα της τράπεζας Astrobank το χρηματικό ποσό των €45.490 και αμέσως πριν και κατά τον χρόνο της κλοπής, απείλησαν να χρησιμοποιήσουν πραγματική βία εναντίον της υπαλλήλου της προαναφερθείσας τράπεζας, προτάσσοντας μαχαίρι με σκοπό την απόκτηση του πιο πάνω χρηματικού ποσού (2η κατηγορία).

Κατά την ίδια ημερομηνία, οι κατηγορούμενοι απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό, γνωρίζοντας ότι ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας (3η κατηγορία). Σημειώνεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά και κατηγορία αναφορικά με το αδίκημα της απειλής (4η κατηγορία), ο δε κατηγορούμενος 4 αντιμετώπιζε κατηγορία αναφορικά με το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία (5η κατηγορία). Μετά την παραδοχή τους στις κατηγορίες υπ. αρ. 1 - 3, η ποινική δίωξη στις κατηγορίες 4 και 5 αναστάληκε.

Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση και τα οποία είναι αποδεχτά από την υπεράσπιση, έχουν συνοψιστεί εις το ότι την 14.8.2020, στη Λευκωσία, οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το κακούργημα της ληστείας στο υποκατάστημα της 3 Τράπεζας με την επωνυμία Astrobank, το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Στροβόλου 80, στη Λευκωσία (στο εξής «η Τράπεζα»).

Κατά τις πρωινές ώρες της 14.8.2020, οι κατηγορούμενοι διασκέδαζαν σε πάρτι στην οικία του κατηγορούμενου 2. Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4, στην οικία του κατηγορούμενου 2 και συγκεκριμένα στην κουζίνα, συνωμότησαν όπως ο κατηγορούμενος 1 στις 11:30 π.μ. της ίδιας ημέρας, ήτοι της 14.8.2020, βρίσκεται μέσα στην Τράπεζα για τη ληστεία, καθότι, κατόπιν μελέτης που προηγήθηκε, εκείνη την ώρα δε θα είχε Αστυνομία στην Τράπεζα.

Ο κατηγορούμενος 4 εξήγησε στον κατηγορούμενο 1 από που θα έφευγε μετά τη ληστεία και που θα τον ανέμεναν οι κατηγορούμενοι 2 και 3. Ο κατηγορούμενος 4 επίσης τους είπε όπως μετά τη ληστεία μεταβούν στο σπίτι του με τα χρήματα της ληστείας, ώστε να τα μετρήσουν και να τα μοιραστούν. Ο κατηγορούμενος 2, στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 4, πήρε μία τσάντα χρώματος μαύρου, έβαλε μέσα ένα μαχαίρι από την κουζίνα, γάντια και μία κουκούλα, τα οποία ο κατηγορούμενος 1 στη συνέχεια θα χρησιμοποιούσε στη ληστεία.

Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αναχώρησαν από το σπίτι του κατηγορούμενου 2, με το όχημα το οποίο κατείχε και χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 3 και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του κατηγορούμενου 1, όπου ο κατηγορούμενος 1 άλλαξε ρούχα και πήρε κάποια προσωπικά του αντικείμενα.

Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αναχώρησαν από την οικία του κατηγορούμενου 1 για την οικία του κατηγορούμενου 2, με το ίδιο όχημα, από όπου θα παραλάμβαναν τον κατηγορούμενο 2. Αφίχθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου 2 κατά τις 10:30 π.μ. όπου τον συνάντησαν στο υπνοδωμάτιο του. Ο κατηγορούμενος 2 πληροφόρησε τους κατηγορούμενους 1 και 3 ότι τα πράγματα για τη ληστεία ήταν μέσα στη μαύρη τσάντα στο χωλ και ότι αυτός θα έπινε καφέ και ακολούθως θα ανέμενε τον κατηγορούμενο 3 για να τον μεταφέρει κι εκείνον στην Τράπεζα.

Οι 4 κατηγορούμενοι 1 και 3 πήραν την τσάντα και ξεκίνησαν για την Τράπεζα. Οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 3 και συνοδηγός ο κατηγορούμενος 1. Κατά τη διαδρομή από το σπίτι του κατηγορούμενου 2 προς την Τράπεζα, ο κατηγορούμενος 3 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 4 και ο κατηγορούμενος 4 του εξήγησε που ακριβώς να παρκάρει. Ο κατηγορούμενος 3 άφησε τον κατηγορούμενο 1 σε χωματόδρομο κοντά στην Τράπεζα, λέγοντας του να πάει προς την Τράπεζα, και ο κατηγορούμενος 3 θα πήγαινε να φέρει τον κατηγορούμενο 2. Ο κατηγορούμενος 4 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1, μόλις κατεβεί από το αυτοκίνητο να του στείλει συνθηματικό μήνυμα «πάω μάμα», το οποίο θα σήμαινε ότι ο κατηγορούμενος 1 κατέφθασε στην Τράπεζα.

Όταν έφθασαν, ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 3 να το πράξει. Ο κατηγορούμενος 1 περπάτησε δίπλα από την Τράπεζα μέσα στον ποταμό, φόρεσε την κουκούλα τύπου «full face» χρώματος κόκκινο με άσπρο και τα γάντια τα οποία είχαν προηγουμένως τοποθετήσει στην τσάντα που κρατούσε και μπήκε στην Τράπεζα. Συγκεκριμένα, την 14.8.2020, περί ώρα 12:00, ενώ η τραπεζική υπάλληλος - ταμίας του καταστήματος Astrobank, το οποίο βρίσκεται στην Λεωφόρο Στροβόλου 80, εξυπηρετούσε πελάτη, ο κατηγορούμενος 1, φορώντας την κουκούλα στο πρόσωπο και κρατώντας το μαχαίρι της κουζίνας, το πρόταξε προς το μέρος της και της είπε στην κυπριακή διάλεκτο «Ληστεία δώσμου ούλλα τα λεφτά».

Η υπάλληλος υπό την απειλή βίας και υπό τον τρόμο του μαχαιριού το οποίο πρόταξε ο κατηγορούμενος 1, του έδωσε όλο το χρηματικό ποσό που είχε εντός του ταμείου, το οποίο ανέρχετο σε €45,490, σε διάφορα χαρτονομίσματα και αυτός τα τοποθέτησε στην τσάντα που κρατούσε και τράπηκε πεζός σε φυγή. Οι δύο πελάτες που βρίσκονταν εντός του υποκαταστήματος της Τράπεζας, αμέσως μετά τη διάπραξη του 5 αδικήματος της ληστείας, καταδίωξαν τον κατηγορούμενο 1 μέχρι εκεί που μπορούσαν. Ο κατηγορούμενος 1, προκειμένου να διαφύγει, έτρεξε στον παρακείμενο ποταμό και ενώ έτρεχε, έχασε το ένα εκ των παπουτσιών του. Καθώς έτρεχε, πήρε από την τσάντα μερικά χαρτονομίσματα και τα τοποθέτησε στην τσέπη του. Επειδή δεν μπορούσε να τρέξει άλλο, κρύφτηκε σε καλαμιώνα. Ενώ ο κατηγορούμενος 1 παρέμενε κρυμμένος, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 3 τον αναζήτησε μέσω μηνύματος στο κινητό του τηλέφωνο, στο οποίο έγραφε το συνθηματικό «φέρε εμένα καφέ τζαι του άλλου τσιάρα» και είχε επίσης αναπάντητη κλήση από τον κατηγορούμενο 4.

Ο κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε τότε με τον κατηγορούμενο 4 τηλεφωνικώς και του ανέφερε ότι είναι περικυκλωμένος, αφού άκουγε φωνές και τις σειρήνες της Αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος 4 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να μείνει εκεί και θα πήγαινε να τον παραλάβει. Μέλη του ΤΑΕ Λευκωσίας, μετέβηκαν στη σκηνή για επιτόπιες εξετάσεις όπου πελάτες τους υπέδειξαν την πορεία του κατηγορούμενου 1. Κατά τη διάρκεια των ερευνών σε ποταμό πλησίον του καταστήματος της Τράπεζας και στην ευρύτερη περιοχή, ο  Υπαστυνόμος  εντόπισε ένα αθλητικό παπούτσι, χρώματος μαύρου, το οποίο είχε αφεθεί στο σημείο από τον κατηγορούμενο 1 στην προσπάθεια του να διαφύγει.

Την ίδια ημέρα, περί ώρα 13:45, ο  Υπαστυνόμος εντόπισε τον κατηγορούμενο 1 εντός του καλαμιώνα στον ποταμό να φορεί μόνο ένα παπούτσι, ίδιο με το παπούτσι που εντοπίστηκε προηγουμένως. Αφού τον κάλεσε να πει το όνομα του, αυτός ανέφερε ότι ονομάζεται Μιχάλης και ότι «εν άλλοι που με βαλαν πάνω». Σε σωματική έρευνα που του έγινε, εντοπίστηκαν, στη δεξιά μπροστινή τσέπη του παντελονιού του, 6 χαρτονομίσματα των €500, συνολικού 6 ποσού €3000, τα οποία είχε προηγουμένως πάρει από την τσάντα στην οποία είχε τοποθετήσει τα χρήματα που πήρε από τη ληστεία της Τράπεζας. Ερωτηθείς για την κατοχή του εν λόγω χρηματικού ποσού, ο κατηγορούμενος 1 δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις και συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Σε έρευνα που διενεργήθηκε στο σημείο εντοπισμού του κατηγορούμενου 1, εντοπίστηκε η τσάντα χρώματος μαύρου, εντός της οποίας υπήρχε το υπόλοιπο χρηματικό ποσό που κλάπηκε από την Τράπεζα.

Επίσης, εντοπίστηκε το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε στη ληστεία της Τράπεζας, ως επίσης και η κουκούλα και τα γάντια που φορούσε ο κατηγορούμενος 1 κατά τη διάπραξη της ληστείας. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος 1 οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας, όπου, ανακρινόμενος προφορικά παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και κατονόμασε τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 ως συνεργούς του, που αποφάσισαν τη διάπραξη της ληστείας προηγουμένως αφού είχαν ανάγκη τα χρήματα.

Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 απέκτησαν και κατείχαν το χρηματικό ποσό των €45,490, ενώ γνώριζαν ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος, δηλαδή της ληστείας. Λίγα λεπτά μετά τη διάπραξη της ληστείας, ο κατηγορούμενος 3 εντοπίστηκε από τον Λοχία να κάθεται στο αυτοκίνητο του με αριθμούς, το οποίο ήταν σταθμευμένο πλησίον της Τράπεζας, δίπλα από τον ποταμό, και κατέγραψε τα στοιχεία του. Σε ερώτηση του Λοχία προς τον κατηγορούμενο 3 αναφορικά με την παρουσία του στην περιοχή, απάντησε ότι πηγαίνει συχνά στην περιοχή για περπάτημα και ότι εκείνη την ώρα περίμενε κάποιο φίλο του για να πάνε βόλτα. 

Την ίδια ημέρα, εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη την ίδια ημέρα και ώρα 18:20 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Συγνώμη». Την ίδια ημέρα και περί η ώρα 22:10, ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Ήμουν σπίτι και κοιμόμουν». Ακολούθως την ίδια ημέρα και ώρα 19:20, συνελήφθη ο κατηγορούμενος 3 και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Είμαι αθώος».

Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ανακρίθηκαν προφορικά και προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς. Την 16.8.2020, ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε θεληματική κατάθεση, στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και κατονόμασε τους κατηγορούμενους 2 και 3, ως τα πρόσωπα που τον μετέφεραν στην Τράπεζα. Περαιτέρω, κατονόμασε τον κατηγορούμενο 4 ως τον διοργανωτή της ληστείας. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 13:13 - 13:58, ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών.

Την ίδια ημέρα και περί η ώρα 15:45, ο κατηγορούμενος 4 συνελήφθη στην οικία του δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού, προηγουμένως, ενημερώθηκε για τους λόγους της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Δεν έχω να πω τίποτε». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:45 - 19:10, στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2.

Στην ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση, αλλά ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν άκουσε για τη ληστεία ο ίδιος κατάλαβε ότι ο δράστης ήταν ο κατηγορούμενος 1, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς. Την 17.8.2020, μεταξύ των ωρών 11:35-14:00, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3, κατά την οποία, σε ουσιώδεις ερωτήσεις, αυτός απαντούσε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Στις 18.8.2020 και μεταξύ των ωρών 12:17-14:05, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4, ο οποίος αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση.

Οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αναφορικά με τους κατηγορούμενους έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν οι συνήγοροι τους. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).

Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο 1, πρόκειται για μαθητή της τρίτης λυκείου, ηλικίας 18 ετών. Διαμένει μαζί με την μητέρα του και την ετεροθαλή αδελφή του. Οι γονείς του είναι διαζευγμένοι. Ο κατηγορούμενος διατηρεί καλές σχέσεις με την μητέρα του, από την οποία λαμβάνει στήριξη. Με τον πατέρα του δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία, αφού αυτός δεν δείχνει ενδιαφέρον για το άτομό του. Σύμφωνα με την μητέρα του κατηγορούμενου, αυτός πάσχει από Δ.Ε.Π.Υ., παρακολουθείται από παιδονευρολόγο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

Με βάση την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο 2, πρόκειται για άτομο ηλικίας 20 ετών το οποίο γεννήθηκε στη Ρωσία και είναι μαθητής της Β’ τάξης στην Γ’ Τεχνική Σχολή Λευκωσίας. Είχε παραμείνει στάσιμος για δυο χρονιές λόγω απουσιών. Διαμένει με τους γονείς και τον αδελφό του στο Στρόβολο. Ο πατέρας του, ηλικίας 55 ετών, εργάζεται ως οφθαλμίατρος στη Λευκωσία, ενώ η μητέρα του, ηλικίας 50 ετών, είναι πρώην τραπεζικός υπάλληλος. Οι βασικές ανάγκες του κατηγορούμενου 2 και τα έξοδα συντήρησης της οικογένειας καλύπτονται αποκλειστικά από τους γονείς του. Από το 2019 διατηρεί δεσμό με κοπέλα ηλικίας 19 ετών, η οποία βρίσκεται στο πρώτο έτος των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ο ίδιος, μελλοντικά, επιθυμεί να παρακολουθήσει μαθήματα και να αποκτήσει δίπλωμα ως εκπαιδευτής σκυλιών. Ο κατηγορούμενος 2 πάσχει από θυροειδή και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται από ειδικό γιατρό. Ως επίσης, ανέφερε, στο παρελθόν είχε συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας, χωρίς να διευκρινιστεί ο λόγος της συνεργασίας.

Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αυτός είναι ηλικίας 20 ετών, κατάγεται από τη Γεωργία και γεννήθηκε στην Κύπρο. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του βρίσκονται σε διάσταση τον τελευταίο χρόνο. Ο πατέρας του εργάζεται στις οικοδομές, ενώ η μητέρα του είναι άνεργη. Έχει δυο αδελφές μικρότερης ηλικίας. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου 3 με τη μητέρα του είναι καλές, αλλά οι σχέσεις του με τον πατέρα του διαταράχθηκαν μετά τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, που ήταν και ο λόγος της διάστασης στις σχέσεις των γονιών του. Σήμερα, ο πατέρας του δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με την οικογένεια και δεν παρέχει οποιαδήποτε οικονομική στήριξη. Ο κατηγορούμενος 3 είναι απόφοιτος Λυκείου. Σήμερα, βρίσκεται στο δεύτερο έτος των σπουδών του σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στον κλάδο Πληροφορικής – Προγραμματιστών. Κατά το πρώτο έτος, αρίστευσε και του δόθηκε έκπτωση στα δίδακτρα του. Παράλληλα με τις σπουδές του, εργάζεται σε καφετέρια για να μπορεί να στηρίζει την οικογένεια του και να καλύπτει τις προσωπικές του ανάγκες. Από την εργασία του, λαμβάνει μηνιαίο μισθό ύψους €700. Είναι αρραβωνιασμένος, η δε αρραβωνιαστικιά του είναι φοιτήτρια και εργάζεται στην ίδια καφετέρια με τον ίδιο.

Σύμφωνα, τέλος, με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο 4, αυτός είναι ηλικίας 21 ετών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Στρόβολο και είναι παιδί πενταμελούς οικογένειας. Διαμένει με τους γονείς και τα αδέλφια του και οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας είναι πολύ καλές και υποστηρικτικές. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 56 ετών, η μητέρα του είναι ηλικίας 55 ετών. Ο κατηγορούμενος 4 ολοκλήρωσε τη Μέση Εκπαίδευση και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία κανονικά, χωρίς οποιαδήποτε 11 προβλήματα. Ταυτόχρονα, έχει προβεί σε διαδικασία εγγραφής σε πανεπιστήμιο, στον κλάδο νομικής. Τα τελευταία τρία χρόνια διατηρεί σταθερή σχέση, ενώ έχει ευρύ κοινωνικό κύκλο και μακροχρόνιες φιλίες.

Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής εκ μέρους του κατηγορουμένου 1, ο κ. Καρεκλάς εξέφρασε καταρχήν την απολογία και μεταμέλεια αυτού προς το Δικαστήριο, η οποία, ως υπέδειξε, προκύπτει από τη συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία ήταν καθοριστική για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Υπέδειξε, παράλληλα, τη σημασία της παραδοχής του κατηγορούμενου 1 στο Δικαστήριο. Πρόσθεσε ότι το υπό κρίση περιστατικό ήταν μεμονωμένο και έλαβε χώρα μετά από παρότρυνση άλλων προσώπων. Με τούτο ως δεδομένο και έχοντας υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου 1 και το λευκό ποινικό μητρώο του, ο κ. Καρεκλάς ζήτησε όπως η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης, που ενδεχομένως να επιβληθεί σε αυτόν, ανασταλεί και όπως οριστεί κηδεμονευτικός λειτουργός για σκοπούς παρακολούθησής του κατά την περίοδο της αναστολής. Στη δική του αγόρευση, εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, ο κ. Στεφάνου αναφέρθηκε αρχικά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, σημειώνοντας ότι οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν μόνο μία φορά, ήτοι τις πρωινές ώρες της 14.8.2020 με σκοπό τη διασκέδαση. Ενώ, λοιπόν, όλοι βρίσκονταν σε κατάσταση ευθυμίας, συμφώνησαν να διαπράξουν τη ληστεία. Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος έλαβε την απόφαση να συμμετάσχει, όντας σε κατάσταση μέθης, ήταν το πρόσωπο που απλά παρέδωσε στους κατηγορούμενους 1 και 3 την τσάντα με την κουκούλα και το μαχαίρι, πλην, όμως, δεν συμμετείχε, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, στη διάπραξη της ληστείας, κατά τη διάρκεια της οποίας κοιμόταν στο σπίτι του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέδειξε, επίσης, ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν επιπόλαια, πρόχειρα και χωρίς ιδιαίτερο προσχεδιασμό. Ο κ. Στεφάνου ανέδειξε, ως περαιτέρω ελαφρυντικά, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου 2, το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του, καθώς επίσης ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, ο συνήγορος ανέφερε ότι οι γονείς του τον υιοθέτησαν στην ηλικία των δυο ετών και έκτοτε ζει στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 2 βίωσε, από την τρυφερή ηλικία των 2 ετών, τον αποχωρισμό από την βιολογική του οικογένεια, γεγονός που συνέβαλε στη διαμόρφωση και οργάνωση των ψυχικών διαταραχών που ανέπτυξε, ως τούτες περιγράφονται στα πιστοποιητικά που παρουσίασε. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 από πολύ νεαρή ηλικία διαγνώσθηκε με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερικινητικότητα, ενώ διαγνώστηκαν επίσης στοιχεία Εναντιωματικής Προκλητικής Διαταραχής. Μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά εκδήλωσης των διαταραχών αυτών, είναι οι εκρήξεις θυμού και οι δυσκολίες συμμόρφωσης σε αιτήματα ενηλίκων προσώπων και κανόνων που τίθενται.

Τέλος, όπως υποδείχθηκε, κατά το τελευταίο διάστημα, ο κατηγορούμενος 2 παρουσιάζει στοιχεία ήπιας κατάθλιψης, προερχόμενης από ματαιώσεις του παρελθόντος. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία συνηγορούν, σύμφωνα με τον κ. Στεφάνου, στην επίδειξη της μέγιστης δυνατής επιείκειας προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 και την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας με την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που ενδεχομένως να επιβληθεί σε αυτόν.

Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ο ευπαίδευτος συνήγορός του εισηγήθηκε όπως κατά την επιβολή της ποινής ληφθούν υπόψη προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο του, η παραδοχή του, καθώς επίσης οι προσωπικές του περιστάσεις ως αυτές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Αθανασίου, αν και αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, υπέδειξε ότι αυτά διαπράχθηκαν με επιπολαιότητα και χωρίς ιδιαίτερη προηγούμενη οργάνωση. Πρόσθεσε ότι ο 13 κατηγορούμενος 3 είχε περιορισμένο ρόλο και δεν απέκτησε, τελικά, οποιοδήποτε όφελος. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος δήλωσε τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου 3 στην έκδοση διατάγματος κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται κάτι τέτοιο.

Στα πλαίσια της αγόρευσης της για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου 4, η κα Παπαμιχαήλ αναφέρθηκε αρχικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα υπό κρίση αδικήματα. Στο πλαίσιο αυτό επεσήμανε ότι η συνάντηση του κατηγορούμενου 4, την 13.8.2020 μέχρι και τις πρωινές ώρες της 14.8.2020, με τα υπόλοιπα πρόσωπα, έγινε εντελώς τυχαία και με μοναδικό σκοπό τη διασκέδαση. Η δε απόφαση για τέλεση των αδικημάτων πάρθηκε αυθόρμητα, κάτω από καθεστώς ευθυμίας, λίγες μόνο ώρες προηγουμένως, χωρίς συναίσθηση της σοβαρότητας των πράξεων τους. Όπως επεσήμανε, τα αδικήματα διαπράχθηκαν με προχειρότητα, ενώ δεν υπήρξε λεκτική απειλή για χρήση βίας. Ως περαιτέρω ελαφρυντικά στοιχεία, η κα Παπαμιχαήλ ανέφερε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 4, την παραδοχή του, το νεαρό της ηλικίας του και τις προσωπικές του περιστάσεις. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τέτοια ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής του εξουσίας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που τυχόν να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 4.

Τα αδικήματα τα οποία οι κατηγορούμενοι διέπραξαν είναι από τη φύση τους σοβαρά. Έχει κατ’ επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο νόμος, που αποτελεί και τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για επιμέτρηση της ποινής (βλ. Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 208/2018 ημερ. 27.11.2019, Λεμονάρης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2017, απόφαση ημερ. 17.4.2019, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου, Ποιν. Εφ. 5/2016, απόφαση ημερ. 1.3.2016, Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 632 και Βραχίμη 14 ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727). Το αδίκημα της ένοπλης ληστείας είναι ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, γεγονός που αντανακλάται στην προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή η οποία προνοεί μέχρι και δια βίου φυλάκιση. Χαμηλότερη ποινή, ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια, προβλέπεται για το αδίκημα της συνομωσίας. Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων προβλέπεται, στην παρούσα περίπτωση, ποινή φυλάκισης μέχρι δεκατέσσερα χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Όπως επισημάνθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 171, Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551), τα αδικήματα της ληστείας και γενικότερα τα αδικήματα που στρέφονται εναντίον της περιουσίας, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και επομένως δικαιολογείται η επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή. Για τον καθορισμό της ποινής, σ' αυτού του είδους αδικήματα, θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες διάπραξης τους, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού βίας και της έκθεσης ή μη σε κίνδυνο ανθρωπίνων ζωών, καθώς και η αξία της κλαπείσας περιουσίας. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν από τα Δικαστήρια της χώρας μας αδικήματα όπως αυτά της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται από τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί διαχρονικά. Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές, οι οποίες έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις, ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36, Σάμπη Κωνσταντίνος ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217). 15 Στην Talal ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 128 ο εφεσείων, μαζί με τον άγνωστο συνεργό του, έστησαν καρτέρι στον παραπονούμενο, ο οποίος συνοδευόμενος από φίλη του, πήγαινε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Ο εφεσείων και ο συνεργός του κτύπησαν επανειλημμένα τον παραπονούμενο με ρόπαλο στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός του και του άρπαξαν χαρτοφύλακα με σεβαστό ποσό χρημάτων. Στη συνέχεια διέφυγαν. Το ποσό χρημάτων τα οποία ο εφεσείων και ο συνεργός του οικειοποιήθηκαν, ανερχόταν σε £6.000 περίπου. Ο εφεσείων δεν παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών, την οποία εφεσίβαλε ως έκδηλα υπερβολική. Επικυρώνοντας την επιβληθείσα ποινή το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν, και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν την ασφάλεια. Την άνεση π.χ. να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος για να δράσουν τα δικαστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίσουν τη νομιμότητα. Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που 16 περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί. Η νομολογία μας δίδει το μέτρο εξισορρόπησης των διαφόρων παραγόντων, που προσμετρούν στην επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις ένοπλης ληστείας, έγκλημα για το οποίο, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 283, προβλέπεται ως μέγιστη ποινή η φυλάκιση δια βίου. Και εδώ ο εφεσείων αντιμετώπιζε αυτή την κατηγορία, γιατί διέπραξε τη ληστεία μαζί με συνεργό και χρησιμοποίησε ρόπαλο για να ακινητοποιήσει το θύμα.» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 17.2.2021, στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, Cotorceanu κ.ά. v. Αστυνομίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στους εφεσείοντες 1 και 2 ποινή φυλάκισης 17 μηνών και 4 ετών αντίστοιχα στην κατηγορία της ληστείας, την οποία είχαν παραδεχθεί, με τη διαφοροποίηση στο ύψος της ποινής να δικαιολογείται στη βάση της ύπαρξης δυο προηγούμενων καταδικών του δεύτερου εφεσείοντα, σε αντίθεση με τον πρώτο, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών προς αποτροπή, όπως και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ειδικότερα την ύπαρξη προσχεδιασμού, τη χρήση ωμής βίας και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, ήτοι σιδερολοστός και κουκούλες, όπως και τις σωματικές βλάβες που υπέστηκε το θύμα, επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές χαρακτηρίζοντάς τις, μάλιστα, επιεικείς. Στην υπόθεση Sefik Yusuf v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 46/2014, απόφαση ημερ. 18.2.2016, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της ληστείας, κατά τη διάρκεια της οποίας προκλήθηκε στο θύμα πραγματική σωματική βλάβη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, τονίζοντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το αδίκημα διαπράχθηκε, με τη 17 συμμετοχή τρίτου προσώπου, με προσχεδιασμό, σε βάρος ενός ατόμου 73 ετών, το οποίο κτύπησαν και τραυμάτισαν και από το οποίο απέσπασαν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή στη ληστεία, χαρακτηρίζοντάς την «κάπως αυστηρή», επισημαίνοντας, όμως, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και προσμέτρησε σωστά όλους τους σχετικούς μετριαστικούς παράγοντες. Σε αυτούς αναγνωρίστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του, όπως επίσης και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Στην υπόθεση Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 50, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε νεαρούς δράστες, ηλικίας 19 και 23 ετών, οι οποίοι εισέβαλαν σε διαμέρισμα φορώντας κουκούλες και κρατώντας μαχαίρια και απέσπασαν, με τη χρήση βίας, το ποσό των £65 από δυο αλλοδαπές γυναίκες. Οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν μετά από μερική ακρόαση. Στην υπόθεση Παπέττας ν Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 236 ποινή φυλάκισης 3,5 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για το αδίκημα της ληστείας, αντικαταστάθηκε με αυτήν των 2 ετών. Ο εφεσείοντας, ηλικίας 20 ετών, ο οποίος διέπραξε ληστεία από αρτοποιείο υπό την απειλή μαχαιριού, προέβηκε σε άμεση παραδοχή, κάτι το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στην εξιχνίαση και απονομή δικαιοσύνης, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εξαρτημένος στην κάνναβη και επέστρεψε όλα τα χρήματα που απέσπασε από τους παραπονουμένους, ύψους €583, ενώ είχε καταχωρηθεί αναστολή ποινικής δίωξης σε συγκατηγορούμενο του χωρίς καταγραφή των λόγων αυτής. Στην υπόθεση Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449, οι εφεσείοντες, όλοι ηλικίας 18-20 ετών, παραδέχθηκαν οκτώ κατηγορίες για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας και το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές διαφορετικής έκτασης στην κάθε περίπτωση, ήτοι 18 μήνες στον 1ο και 4ο κατηγορούμενο, 30 μήνες στον 2ο και 3ο 18 κατηγορούμενο και 15 μήνες στον 5ο και 6ο κατηγορούμενο. Παρά το ότι εξέτασε το ενδεχόμενο αναστολής των ποινών φυλάκισης, το Δικαστήριο διέταξε όπως οι ποινές φυλάκισης εκτελεστούν άμεσα. Κατ’ έφεση αναφορικά με το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναγνώρισε ότι επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα, διαπίστωσε ότι αυτά διαπράχθηκαν με μεγάλη επιπολαιότητα, ενώ το αποτέλεσμα της συγκομιδής όλων των ληστειών ήταν περί τις €2,500. Λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη, την παραδοχή των εφεσειόντων, το νεαρό της ηλικίας τους και τη διάθεση τους για αποζημίωση των παραπονουμένων, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την αναστολή της εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί. Όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 298/18, ημερομηνίας 27.6.2019, στην οποία αναφέρθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.». Έχοντας επισημάνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που προβάλλει από τη φύση τους και τη νομολογία, καθώς και τις αυστηρές ποινές που είναι αναγκαίο να επιβάλλονται, το Δικαστήριο οφείλει να επιτελέσει και ένα άλλο σοβαρό και ουσιαστικό καθήκον 19 εξατομικεύοντας την ποινή σε συνάρτηση πάντοτε με το πρόσωπο του δράστη και το σύνολο των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν πρέπει να εξουδετερώνεται το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 55). Η υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί έστω και αν επιβάλλεται να προσδοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στην ποινή, χωρίς η εξατομίκευση να οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου αυτού ως επιβάλλεται από τη φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Εξετάζοντας τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, αποδεχόμαστε τη θέση της Υπεράσπισης περί επιπόλαιας απόφασης για τη διάπραξη της ληστείας, υπό κατάσταση ευθυμίας και αφού είχε προηγηθεί κατανάλωση αλκοόλ. Δεν συμμεριζόμαστε, ωστόσο, την έτερη θέση, περί έλλειψης ιδιαίτερου προσχεδιασμού και οργάνωσης και τούτο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, με ιδιαίτερη αναφορά στη μελέτη που προηγήθηκε αναφορικά με την απουσία Αστυνομίας τη δεδομένη στιγμή. Στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει μια συντονισμένη ενέργεια τεσσάρων προσώπων, στα πλαίσια της οποίας κάθε ένας από αυτούς είχε ένα ρόλο να επιτελέσει, ενώ δεν διαφεύγει της προσοχής μας η πρόθεση των κατηγορουμένων (σύμφωνα με το σχέδιο) να διαμοιράσουν τη λεία της ληστείας. Σημειώνουμε, περαιτέρω, ότι η χρήση κουκούλας και μαχαιριού από τον κατηγορούμενο 1 αποτελούν στοιχεία που επίσης λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι τελικώς δεν προκλήθηκαν οποιοιδήποτε σωματικοί τραυματισμοί. Το ιδιαίτερα μεγάλο ύψος της κλοπιμαίας περιουσίας από μόνο του προσδίδει σοβαρότητα στην υπόθεση, παρόλο που η σύλληψη του κατηγορούμενου 1 αμέσως μετά την τέλεση της ληστείας και ο εντοπισμός του συνόλου της κλοπιμαίας περιουσίας, χωρίς οι κατηγορούμενοι να έχουν αποκομίσει τελικά οποιοδήποτε όφελος από 20 τις παράνομες πράξεις τους, μετριάζει τη σοβαρότητα αυτή και αποτελεί επιπρόσθετο στοιχείο που συνυπολογίζεται κατά την επιβολή της ποινής. Προς όφελος όλων των κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό τους μητρώο σε συνάρτηση με τη μεμονωμένη φύση του επίδικου περιστατικού. Κοινό, επίσης, ελαφρυντικό στοιχείο, στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί η παραδοχή των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο, η οποία μπορεί να εκληφθεί, αφενός, ως έμπρακτη μεταμέλεια τους και, αφετέρου, ως ευπρόσδεκτη ενέργεια σε κάθε περίπτωση. Ως εξηγήθηκε, άλλωστε, στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αφού μια τέτοια εξέλιξη οδηγεί στο να μην σπαταλάται πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Ειδικότερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 λαμβάνεται υπόψη η ομολογία του στην Αστυνομία, η οποία βοήθησε στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Σημαντικό είναι, επίσης, να λεχθεί ότι η ηλικία και των τεσσάρων κατηγορουμένων, τόσο σήμερα, όσο και κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, τους εντάσσει στην ευρύτερη κατηγορία των νεαρών προσώπων, ώστε να δικαιούνται, υπό τις περιστάσεις, να τύχουν επιεικέστερης μεταχείρισης (βλ. Γεωργίου κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 27/2016, ημερομηνίας 19.7.2016 και Αργυρίδης (πιο πάνω)). Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη, στον επιτρεπτό βαθμό, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές εκτέθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους Υπεράσπισης και προκύπτουν και από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, καθώς επίσης όλους τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες ως έχουν αναπτυχθεί από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων. 21 Δεν παραγνωρίζουμε, όμως, το γεγονός ότι, έστω μέσα σε συνθήκες ευθυμίας και επιπολαιότητας, οι τέσσερις αυτοί νεαροί άνθρωποι, που τίποτα, στις προσωπικές τους συνθήκες, δεν προσέδιδε τάση για τέτοιου μεγέθους εγκληματική δραστηριότητα, οργάνωσαν, συνωμότησαν να διαπράξουν και τελικώς διέπραξαν ένα σοβαρότατο έγκλημα, χωρίς να είναι κανείς σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα υπό διαφορετική εξέλιξη γεγονότων. Δεν είναι, επίσης, χωρίς σημασία ο φόβος και ο τρόμος που προκάλεσε στην ΜΚ8 η με την απειλή μαχαιριού αναζήτηση χρημάτων. Είναι στη βάση, συνεπώς, όλων των ως άνω, που κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Είναι γεγονός που προκύπτει από τα γεγονότα, ως εκτέθηκαν, ότι ο κατηγορούμενος 4 φαίνεται να είχε τον ηγετικό και οργανωτικό ρόλο στον όλο σχεδιασμό της παράνομης δραστηριότητας. Ο δε κατηγορούμενος 1 ήταν, ουσιαστικά, ο κύριος εκτελεστής του βασικού μέρους της όλης δραστηριότητας, με τους κατηγορούμενους 2 και 3 να έχουν διαφορετικό ρόλο. Δεν θεωρούμε, όμως, ότι προκύπτει θέμα διαφοροποίησης μεταξύ των κατηγορουμένων ως προς την ποινή που θα επιβληθεί. Όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν ισάξια μέλη αυτής της ομάδας που ενήργησε με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, έχοντας ο καθένας τον ιδιαίτερο ρόλο του, ενώ θα λάμβαναν, στο τέλος, ίσο μέρος από την κλοπιμαία περιουσία.

Λαμβάνοντας, συνακόλουθα, υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα ικανοποίησης του στοιχείου της αποτροπής, ως αναλύεται ανωτέρω, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, τα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, ως επίσης αναλύονται ανωτέρω, επιβάλλουμε σε αυτούς τις ακόλουθες ποινές:

- Στην 1η κατηγορία, ουδεμία ποινή επιβάλλεται ενόψει του ότι τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 2ης κατηγορίας.

- Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

- Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

Με δεδομένη την επιβολή ποινής φυλάκισης στους κατηγορούμενους, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Όπως είναι νομολογημένο (βλ. ενδεικτικά Καούσλιεβ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 237/2018, ημερομηνίας 11.12.2018, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 12/2016, ημερομηνίας 29.3.2016 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής έχει διευρυνθεί δυνάμει του Ν.186(Ι)/2003 ώστε να μπορεί να αποφασίζεται εφόσον δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου.

Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος δικαιολογεί την απόδοση στους κατηγορούμενους δεύτερης ευκαιρίας. Καθοδηγούμενοι από τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία, εξετάζουμε τόσο τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων.

Χωρίς διόλου να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, έτσι ώστε τέτοιες συμπεριφορές να εκλείψουν, κρίνουμε ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής που έχει επιβληθεί. Στο πλαίσιο αυτό έχουμε λάβει υπόψη μας τη μεμονωμένη φύση της αξιόποινης πράξης τους, καθώς επίσης ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είναι άτομα νεαρής ηλικίας, ενώ δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες.

Κρίνουμε, επίσης, ότι η παραδοχή τους και η μεταμέλεια τους, σε συνάρτηση με την άμεμπτη συμπεριφορά τους στην περίοδο του ενός έτους που μεσολάβησε, δημιουργούν την εύλογη προσδοκία ότι η χρήση του μέτρου της αναστολής θα επενεργήσει προς την κατεύθυνση της αναμόρφωσής τους, κάτι που αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην περίπτωση νεαρών παραβατών (βλ. Αργυρίδης ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)).

Αποφασίζουμε, λοιπόν, να δώσουμε στους κατηγορούμενους μια δεύτερη ευκαιρία ώστε να αποδείξουν και έμπρακτα τη μεταμέλεια τους και να ξεκινήσουν τη ζωή τους μακριά από αξιόποινες πράξεις.

Ως εκ τούτου, η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους αναστέλλεται για διάρκεια τριών ετών από σήμερα.