Όπως εξηγεί η Clarissa Giebel από το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ στο The Conversation, η άνοια δεν αποτελεί μία «μεμονωμένη» πάθηση, αλλά ένας όρος που περιλαμβάνει περισσότερους από 100 διαφορετικούς τύπους. Ορισμένοι από αυτούς δεν πρωτο-εκδηλώνονται με δυσκολίες στη θύμηση αλλά με προβλήματα στην όραση, στην κίνηση, στην ομιλία ή στη συμπεριφορά.
Η νόσος Αλτσχάιμερ παραμένει η συχνότερη μορφή και αντιστοιχεί περίπου στο 60% των περιπτώσεων. Ωστόσο, σχεδόν 4 στους 10 ασθενείς πάσχουν από άλλους, σπανιότερους τύπους άνοιας, οι οποίοι πολλές φορές καθυστερούν να διαγνωστούν και απαιτούν πιο εξειδικευμένη φροντίδα.
1. Οπίσθια φλοιϊκή ατροφία (Posterior Cortical Atrophy- PCA)
Μία από τις λιγότερο γνωστές μορφές είναι η οπίσθια φλοιϊκή ατροφία. Σε αντίθεση με τη νόσο Αλτσχάιμερ, όπου η ανάκληση επηρεάζεται νωρίς, εδώ τα πρώτα συμπτώματα σχετίζονται κυρίως με την όραση και τον χωρικό προσανατολισμό.
Συγκεκριμένα, οι ασθενείς μπορεί να δυσκολεύονται να διαβάσουν, να εκτιμήσουν τις αποστάσεις ή να κινηθούν με ασφάλεια σε σκάλες και στενούς χώρους. Δεν αποκλείονται και οι οπτικές ψευδαισθήσεις. Τα συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως ανάμεσα στα 55 και τα 65 έτη.
Η πάθηση παραμένει σχετικά αχαρτογράφητη, καθώς οι επιστήμονες δεν έχουν ξεκαθαρίσει πλήρως αν πρόκειται για ξεχωριστό υποτύπο άνοιας ή για μια «άτυπη» μορφή της νόσου Αλτσχάιμερ (εκτιμάται ότι 5-15% των ασθενών πάσχουν από οπίσθια φλοιϊκή ατροφία).
2. Νόσος Creutzfeldt – Jakob
Ακόμη πιο σπάνια, αλλά και πολύ πιο επιθετική, είναι η νόσος Creutzfeldt – Jakob, η οποία υπολογίζεται ότι προσβάλλει περίπου έναν άνθρωπο ανά εκατομμύριο παγκοσμίως. Εξελίσσεται πολύ ταχύτερα από άλλες μορφές, ενώ εκτός από την επιδείνωση της μνήμης, οι ασθενείς εμφανίζουν κινητικές διαταραχές – ανάμεσά τους και αιφνίδιες σπασμωδικές κινήσεις.
Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου είναι η μεγαλύτερη ηλικία και, σε μικρότερο ποσοστό, η γενετική προδιάθεση (10-15%). Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, η νόσος έχει συνδεθεί και με μόλυνση, όπως μέσω κατανάλωσης βοδινού κρέατος από ζώα που είχαν προσβληθεί από τη νόσο των «τρελών αγελάδων».
3. Μετωποκροταφική άνοια με νόσο του κινητικού νευρώνα (FTD-MND)
Η FTD-MND (Frontotemporal Dementia with Motor Neurone Disease) είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική μορφή, καθώς συνδυάζει τη μετωποκροταφική άνοια με τη νόσο του κινητικού νευρώνα.
Η μετωποκροταφική άνοια προκαλεί σταδιακή απώλεια εγκεφαλικού ιστού στον μετωπιαίο και κροταφικό λοβό, περιοχές που σχετίζονται με τη συμπεριφορά, τη γλώσσα και την προσωπικότητα. Όταν συνυπάρχει με τη νόσο του κινητικού νευρώνα, η κλινική εικόνα επιβαρύνεται με μυϊκή αδυναμία, δυσκαμψία, ατροφία και δυσκολία στην κατάποση και την αναπνοή.
Περίπου 10-15% των ατόμων με τον συγκεκριμένο τύπο αναπτύσσουν και νόσο του κινητικού νευρώνα. Η εν λόγω συνύπαρξη φαίνεται να σχετίζεται με μετάλλαξη στο γονίδιο C9orf72, γεγονός που εξηγεί γιατί σε ορισμένες οικογένειες εμφανίζεται επαναλαμβανόμενα. Εδώ, η άνοια δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με την «κλασική» απώλεια μνήμης, αλλά με ένα σύνθετο σύνολο γνωστικών και νευρο-μυϊκών συμπτωμάτων.
4. Προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση (Progressive Supranuclear Palsy – PSP)
Η προοδευτική υπερπυρηνική παράλυση είναι μια εξίσου ασυνήθιστη νευρολογική πάθηση που συνδυάζει τη γνωστική έκπτωση με τα κινητικά προβλήματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι επηρεάζει περίπου 4.000 ανθρώπους.
Πλήττει κυρίως περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την κίνηση και τον οπτικό έλεγχο. Οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν δυσκολία στην όραση, αστάθεια, πτώσεις, αργή ή δύσκαμπτη κίνηση, αλλά και προκλήσεις στη συγκέντρωση και την επίλυση προβλημάτων.
Συμπέρασμα
Όπως φαίνεται, η άνοια δεν εκδηλώνεται πάντα με αδυναμία ανάκλησης πληροφοριών – τουλάχιστον στα πρώτα στάδια. Προβλήματα στην όραση, αλλαγές στη συμπεριφορά, διαταραχές στην κίνηση, πτώσεις, δυσκολία στην ομιλία ή στο βάδισμα μπορεί να αποτελούν πρώιμες ενδείξεις μιας πιο σπάνιας μορφής.
Η αναγνώριση του σωστού (υπο)τύπου έχει και πρακτική σημασία. Άλλος ασθενής χρειάζεται μεγαλύτερη υποστήριξη στην ασφάλεια και στην κίνηση, άλλος στην επικοινωνία, άλλος στη συμπεριφορά και στην καθημερινή λειτουργικότητα. Η σωστή διάγνωση επιτρέπει καλύτερη οργάνωση της φροντίδας και πιο στοχευμένη υποστήριξη τόσο για τον πάσχοντα όσο και την οικογένειά του.
ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr