Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του χαιρετισμού του Προέδρου της Δημοκρατίας:
«Είναι με ιδιαίτερη χαρά και τιμή που σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση, που είναι αφιερωμένη στην αρχαιολογική κληρονομιά της Κύπρου, στον αρχαιολογικό πλούτο της χώρας μας, και σε ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στη διατήρηση και την προβολή του. Εξάλλου, η πατρίδα μας, γεωγραφικά τοποθετημένη σε ένα σημείο αναφοράς ανάμεσα σε τρεις Ηπείρους, αποτέλεσε διαχρονικά γέφυρα διακίνησης ιδεών, ανθρώπων και αγαθών, διαμορφώνοντας παράλληλα και τον δικό της ιδιαίτερο πολιτισμό που χαρακτηρίζεται από πλούσιες παραδόσεις. Παραδόσεις και Κληρονομιά που αποτελούν την ταυτότητά μας, αποκαλύπτουν ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και, φυσικά, προς τα πού πορευόμαστε. Και σε όλα αυτά, η Αρχαιολογία μάς προσφέρει πολύτιμα εφόδια γνώσης και κατανόησης σε σχέση με τους προγόνους μας, τα επιτεύγματά τους, τον τρόπο ζωής τους, την καθημερινότητα και τις συνήθειές τους, και πολλά άλλα.
Στη βάση, λοιπόν, αυτής της συλλογιστικής, αλλά και στο πλαίσιο των συνολικών δράσεών μας για ανάδειξη της Κυπριακής Αρχαιολογίας, η Κυβέρνησή μας αποφάσισε την αναβίωση του πολύ πετυχημένου θεσμού του Βραβείου για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου μετά από 14 χρόνια. Έχοντας συμβολικό αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα, το Βραβείο αποτελεί την ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης του κυπριακού λαού και της Πολιτείας προς άτομα των οποίων το Έργο συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση και την προβολή της αρχαιολογικής μας κληρονομιάς και του αρχαιολογικού μας πλούτου. Αξίζει να υπενθυμίσω ότι το Βραβείο αυτό έχουν λάβει στο παρελθόν οι: Κωνσταντίνος Λεβέντης (2002), Δημήτρης Πιερίδης (2004), η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή Κύπρου (2006), το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου (2008), και ο Βάσος Καραγιώργης (2011).
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων που ιδρύθηκε το 1935, με τη θέσπιση του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου, αποτελεί τον βασικό φορέα, ειδικότερα από ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενασχόλησης με τα θέματα της Κυπριακής Αρχαιολογίας. Έθεσε τις βάσεις για μια συστηματική και οργανωμένη προσέγγιση στη διαχείριση, διαφύλαξη και ανάδειξη των μοναδικών αρχαιοτήτων και των αρχαίων μνημείων και χώρων της Κύπρου. Ο ρόλος του υπήρξε ανέκαθεν πολυεπίπεδος, αφού δεν περιορίζεται μόνο στη συντήρηση των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων που επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο, αλλά επεκτείνεται και στην αποκατάσταση και διατήρηση αρχαίων μνημείων και κινητών ευρημάτων.
Ταυτόχρονα, από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διεξαγωγή ανασκαφών, καθώς και αρχαιολογικών επισκοπήσεων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αποκάλυψη και τεκμηρίωση της μακραίωνης και πλούσιας ιστορίας του τόπου μας. Μέσα από το έργο των ανθρώπων του, αρχαιολόγων, συντηρητών, τεχνικών, εργατοτεχνιτών και άλλων ειδικοτήτων, αναδύθηκαν στο φως μοναδικά ευρήματα για τα οποία είμαστε περήφανοι και που φωτίζουν πτυχές της ζωής, και της καθημερινότητας των ανθρώπων που έζησαν στην Κύπρο από την προϊστορία μέχρι και τους νεότερους χρόνους.
Την ίδια στιγμή, μέσα από τις μόνιμες και τις περιοδικές εκθέσεις τους, τα μουσεία μας που βρίσκονται στην αρμοδιότητα του Τμήματος Αρχαιοτήτων, φέρνουν το κοινό σε άμεση επαφή με τα τεκμήρια του παρελθόντος, ενισχύοντας την ιστορική συνείδηση και την ταυτότητά μας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, το έργο της συντήρησης, αναστύλωσης, προστασίας και προβολής των αρχαίων μνημείων Πρώτου και Δεύτερου Πίνακα, όπως επίσης των αρχαιολογικών χώρων. Με σεβασμό πάντοτε στην ιστορική αξία κάθε μνημείου, το Τμήμα Αρχαιοτήτων μεριμνά διαχρονικά, ώστε αυτά να διατηρούνται και να αναδεικνύονται με τρόπο που να εξυπηρετεί τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και ευρύτερα την κοινωνία.
Δυστυχώς, τα τραγικά γεγονότα με την τουρκική εισβολή του 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή, υπήρξαν καταστροφικά για την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας, καθώς πολλοί αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία και θρησκευτικά μνημεία λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, με αποτέλεσμα χιλιάδες μοναδικά αρχαιολογικά αντικείμενα, δυστυχώς, να διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές και να αποτελέσουν αντικείμενο παράνομης διακίνησης. Και αυτός είναι ένας άλλος τομέας που μετά το 1974-το γνωρίζω από πρώτο χέρι ως τέως Υπουργός Εξωτερικών- το Τμήμα δραστηριοποιείται με επιτυχία για επιστροφή στην Κύπρο αντικειμένων που έτυχαν παράνομης διακίνησης.
Η σημερινή εκδήλωση εντάσσεται και στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 90 χρόνια του Τμήματος Αρχαιοτήτων, αλλά και μια υπενθύμιση της ευθύνης που όλοι έχουμε απέναντι στην αρχαιολογική μας κληρονομιά. Είναι μια ευκαιρία να τιμήσουμε το έργο των ανθρώπων που υπηρέτησαν και υπηρετούν το Τμήμα Αρχαιοτήτων και γενικότερα τον αρχαιολογικό πλούτο της χώρας μας, με αφοσίωση και επιστημονική αρτιότητα, και να ανανεώσουμε τη βούλησή μας για τη διαφύλαξη και την ανάδειξη της αρχαιολογικής κληρονομιάς και της ιστορικής μνήμης της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.
Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το Τμήμα Αρχαιοτήτων έχει επιτύχει στη διατήρηση της πλούσιας αρχαιολογικής κληρονομιάς της Κύπρου, είναι οι άριστες συνεργασίες που ανέπτυξε όλα αυτά τα χρόνια με ιδρύματα και άτομα, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Οι ξένες αρχαιολογικές αποστολές που δραστηριοποιούνται στο νησί μας από τις αρχές του 20ού αιώνα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση των γνώσεων μας για την αρχαία Κύπρο και στη διεθνή προβολή της, μέσω της επιστημονικής έρευνας και δημοσίευσης. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, τα εκπαιδευτικά προγράμματα πεδίου που οργανώθηκαν από πανεπιστήμια παρείχαν το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό για τη διεξαγωγή των ετήσιων ανασκαφών, την τεκμηρίωση των ευρημάτων και τη δημοσίευσή τους. Παράλληλα, λειτούργησαν ως σχολεία εκπαίδευσης για μελλοντικούς αρχαιολόγους, καλλιεργώντας στους φοιτητές εκτίμηση για την κυπριακή αρχαιολογία και αγάπη για την πατρίδα μας.
Στη βάση αυτής της συλλογιστικής, η Επιτροπή που ορίστηκε για το Βραβείο για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου, αποφάσισε ομόφωνα ότι οι τιμώμενοι του φετινού βραβείου είναι δύο εξέχοντες συνεργάτες του Τμήματος Αρχαιοτήτων από τη Γαλλία, με μακροχρόνια σχέση με την Κύπρο που ξεπερνά τα 50 χρόνια: ο Αλέν Λε Μπρουν και η Οντίλ Ντoν-Λε Μπρουν.
O Αλέν και η Οντίλ ξεκίνησαν τις ανασκαφές τους στην Κύπρο το 1970 στον νεολιθικό οικισμό Κάστρος στην Καρπασία, οι οποίες, όμως, δυστυχώς, διακόπηκαν το 1974 λόγω της τουρκικής εισβολής. Το 1977 άρχισαν ανασκαφές στον νεολιθικό οικισμό της Χοιροκοιτίας στην Eπαρχία Λάρνακας, τις οποίες συνέχισαν επί τρεις δεκαετίες, φέρνοντας στο φως μοναδικά ευρήματα και ανακαλύψεις που μας προσέφεραν νέες και ουσιαστικές γνώσεις για τον τρόπο ζωής των αρχαίων Κυπρίων. Όπως είναι γνωστό, ο αρχαιολογικός χώρος της Χοιροκοιτίας συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους επισκέψιμους χώρους της Κύπρου και περιλαμβάνεται, και είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό, στον Kατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO χάρη στις συνέργειες των ανασκαφέων με το Τμήμα Αρχαιοτήτων.
Με ιδιαίτερη χαρά, λοιπόν, ανακοινώνω ότι το Βραβείο για τη Διάσωση και Προβολή της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς της Κύπρου για το 2026, απονέμεται σε δύο προσωπικότητες που οφείλουμε πολλά ως λαός και ως Δημοκρατία, στον Αλέν Λε Μπρουν και την Οντίλ Ντoν-Λε Μπρουν. Το Βραβείο απονέμεται ως ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη μακρόχρονη και πολύτιμη προσφορά τους στον τόπο μας. Η σημερινή βράβευση υπογραμμίζει, ταυτόχρονα, την πολύ στενή και διαχρονική σχέση της Κύπρου με τη Γαλλία, μια χώρα που στήριξε και προώθησε την πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου επί πολλές δεκαετίες και είναι ακριβώς για αυτό τον λόγο που μέσα στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ αποφασίσαμε ότι μια σημαντική έκθεση θα γίνει στο Παρίσι».