Στη συνάντησή του με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο Τουφάν Ερχιουρμάν εμφανίστηκε συνεπής στη γραμμή που εδώ και καιρό διατυπώνει η τουρκοκυπριακή πλευρά: πριν από οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση, απαιτείται νέα μεθοδολογία. Τα «τέσσερα σημεία» που έθεσε, η αναφορά στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και κυρίως η επίκληση της «άδικης και παράνομης απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων, δεν αποτελούν απλές διατυπώσεις. Συνιστούν πολιτικό πλαίσιο.
Η ουσία είναι σαφής: η τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν αποδέχεται επανέναρξη συνομιλιών από το σημείο που διακόπηκαν το 2017, αν δεν προηγηθεί αναγνώριση πολιτικής και κυριαρχικής ισότητας. Δηλαδή, αν δεν μετατοπιστεί η βάση της συζήτησης. Και όταν αλλάζει η βάση, αλλάζει και ο στόχος.
Η σιωπή Ερντογάν για το Κυπριακό
Την ίδια στιγμή, στη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Άγκυρα, ο Έλληνας πρωθυπουργός αναφέρθηκε ρητά στο Κυπριακό, μιλώντας για «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιουργούν οι πρωτοβουλίες του ΟΗΕ και επιμένοντας ότι η διαδικασία πρέπει να κινείται στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Από την άλλη πλευρά, ο Τούρκος Πρόεδρος δεν έκανε καμία αναφορά στο ζήτημα.
Η σιωπή δεν ήταν τυχαία. Ήταν μήνυμα
Όταν η Άγκυρα επιλέγει να μη μιλήσει για την Κύπρο σε μια κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Έλληνα πρωθυπουργό, στέλνει σήμα ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί –κατά την τουρκική ανάγνωση– διμερές πρόβλημα Ελλάδας–Τουρκίας, αλλά «υπόθεση δύο οντοτήτων» στο νησί. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται μια σταδιακή αποδιεθνοποίηση του ζητήματος και η εμπέδωση της λογικής των «δύο κρατών».
Η στρατηγική είναι λεπτή, αλλά σταθερή: χαμηλοί τόνοι, συνεργασίες σε τομείς ήπιας πολιτικής, υπογραφή συμφωνιών, επίκληση του διεθνούς δικαίου για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και παράλληλα αποφυγή οποιασδήποτε ρητής δέσμευσης, για το Κυπριακό. Η Άγκυρα εμφανίζεται ως δύναμη διαλόγου, χωρίς όμως να μετακινείται από τις βασικές της θέσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αναφορά στη συνεργασία στον τομέα της ενέργειας και ειδικότερα στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Μέχρι πρόσφατα, η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας–Ισραήλ αποτελούσε στρατηγικό έργο που ενίσχυε τον άξονα των τριών χωρών και ταυτόχρονα άφηνε την Τουρκία εκτός του ενεργειακού σχεδιασμού της Ανατολικής Μεσογείου. Το έργο δεν ήταν μόνο ενεργειακό. Ήταν γεωπολιτικό. Σημαίνει άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας ως ευρωπαϊκής πύλης και εδραίωση ενός περιφερειακού πλαισίου συνεργασίας χωρίς την Άγκυρα.
Τι αλλάζει τώρα;
Η ρητή αναφορά Ελλάδας και Τουρκίας στην «αξιολόγηση υφιστάμενων δυνατοτήτων συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας» δημιουργεί νέα δεδομένα. Αν η Τουρκία επιδιώκει να ενταχθεί –έστω εμμέσως– σε ένα σχήμα ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Ευρώπη μέσω Ελλάδας, τότε το ενεργειακό τοπίο μετασχηματίζεται.
Η Άγκυρα, γνωρίζει ότι η ενέργεια είναι εργαλείο επιρροής. Η συμμετοχή της σε περιφερειακά δίκτυα θα ενίσχυε τη γεωπολιτική της θέση και θα περιόριζε την απομόνωση, που αντιμετώπισε τα προηγούμενα χρόνια, στην Ανατολική Μεσόγειο. Από την άλλη πλευρά, για την Αθήνα, μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός σταθερότητας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπονομεύει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς επηρεάζεται η Κύπρος. Αν η ενεργειακή αρχιτεκτονική της περιοχής διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει και την Τουρκία, η γεωπολιτική αξία της Λευκωσίας επαναπροσδιορίζεται. Η τριμερής συνεργασία με Ελλάδα και Ισραήλ αποτέλεσε στρατηγικό αντίβαρο στην τουρκική επιρροή. Αν αυτό το πλαίσιο χαλαρώσει ή μεταβληθεί, οι ισορροπίες μετακινούνται.
Η επιμονή Ερχιουρμάν στις προϋποθέσεις και η σιωπή Ερντογάν εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική επανατοποθέτησης της Τουρκίας, ως αναγκαίου παράγοντα σε κάθε περιφερειακή εξίσωση, είτε πρόκειται για το Κυπριακό είτε για την ενέργεια.


