Δεύτερες σκέψεις Λευκωσίας για το Συμβούλιο Ειρήνης -Διπλωματικός γρίφος με φόντο τη Γάζα

Δεύτερες σκέψεις Λευκωσίας για το Συμβούλιο Ειρήνης -Διπλωματικός γρίφος με φόντο τη Γάζα

Σε ένα ιδιαίτερα ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται ενώπιον μιας κρίσιμης απόφασης: να αποδεχθεί ή όχι την πρόσκληση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για συμμετοχή στην πρώτη Σύνοδο του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» για τη Γάζα, που θα πραγματοποιηθεί στις 19 Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον.

Ενώ αρχικά η Λευκωσία φερόταν θετικά διακείμενη στο ενδεχόμενο μετάβασης του Προέδρου Χριστοδουλίδη στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο φαίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα. Οι αρνητικές απαντήσεις κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την ανάγκη διατήρησης μιας κοινής ευρωπαϊκής γραμμής, οδηγούν την κυπριακή κυβέρνηση σε δεύτερες σκέψεις.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο μια διεθνή διάσκεψη. Αγγίζει τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου: την ισορροπία ανάμεσα στις στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και την πολιτική συνοχή με τους ευρωπαίους εταίρους.

Οι δηλώσεις Χριστοδουλίδη και η αναζήτηση «κοινής προσέγγισης»

Προσερχόμενος την Πέμπτη, στο άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Βέλγιο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης απέφυγε να ανοίξει τα χαρτιά του. Δεν ανακοίνωσε απόφαση, ούτε έδωσε σαφές στίγμα για τις τελικές προθέσεις της Λευκωσίας. Αντίθετα, επεσήμανε ότι προτίθεται να συζητήσει με τους ηγέτες των Μεσογειακών κρατών «για μια κοινή προσέγγιση σε σχέση με την πρόσκληση από τον Αμερικανό Πρόεδρο για την ερχόμενη εβδομάδα στην Ουάσινγκτον».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι αναφέρεται στα Μεσογειακά κράτη, καθώς, όπως δήλωσε, «έχουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα της Γάζας». Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας και ανθρωπιστικού ρόλου στην περιοχή, έχει εμπλακεί ενεργά σε πρωτοβουλίες που αφορούν τη Γάζα, γεγονός που της προσδίδει ειδικό βάρος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η τοποθέτηση του Προέδρου περί «επιπέδου συμμετοχής» στο Συμβούλιο Ειρήνης. Η διατύπωση αυτή, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο διαφοροποιημένης παρουσίας, ίσως με χαμηλότερη εκπροσώπηση ή ακόμη και με καθεστώς παρατηρητή. Πρόκειται για μια διπλωματική διέξοδο που θα μπορούσε να γεφυρώσει τις αντικρουόμενες πιέσεις.

Τα «όχι» της Ευρώπης και η πίεση προς τη Λευκωσία

Την ίδια ώρα, αυξάνονται οι ενδείξεις ότι σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν προτίθενται να δώσουν το «παρών» στην Ουάσιγκτον. Η Πολωνία και η Ιταλία έχουν ήδη ανακοινώσει ότι δεν θα συμμετάσχουν, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα ελληνικών μέσων ενημέρωσης, και η Αθήνα προσανατολίζεται προς την ίδια κατεύθυνση, επικαλούμενη προγραμματισμένες διεθνείς υποχρεώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού.

Η στάση της Ελλάδας έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο. Οι δύο χώρες, συντονίζονται σε κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ειδικά όταν αυτά αφορούν ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες. Μια ελληνική απουσία, θα καθιστούσε δυσκολότερη για τη Λευκωσία μια μονομερή απόφαση συμμετοχής, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόκλιση από την ευρωπαϊκή γραμμή.

 Για τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ο οποίος έχει επενδύσει στην ενίσχυση του ρόλου της Κύπρου εντός της ΕΕ, η επιλογή να κινηθεί εκτός κοινού πλαισίου ενέχει πολιτικό ρίσκο.

Πώς γεννήθηκε το «Συμβούλιο Ειρήνης»

Το «Συμβούλιο Ειρήνης» αποτελεί πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ με στόχο, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, τη διαμόρφωση ενός νέου πολυμερούς σχήματος διαλόγου για τη Γάζα και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η ιδέα, παρουσιάστηκε ως μια πλατφόρμα συντονισμού πολιτικών, ανθρωπιστικών και αναπτυξιακών παρεμβάσεων, με τη συμμετοχή κρατών που έχουν άμεσο ή έμμεσο ενδιαφέρον στην περιοχή.

Η δημιουργία του, εντάσσεται στη στρατηγική Τραμπ, για ανάληψη πρωτοβουλιών που παρακάμπτουν παραδοσιακούς διεθνείς οργανισμούς, δίνοντας έμφαση σε πιο ευέλικτα σχήματα συνεργασίας. Παράλληλα, επιχειρεί να αναδείξει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως κεντρικό διαμεσολαβητή σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων.

Ωστόσο, η απουσία θεσμικής κατοχύρωσης και η έλλειψη ξεκάθαρου πλαισίου λειτουργίας, έχουν προκαλέσει επιφυλάξεις σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες προτιμούν πρωτοβουλίες που εντάσσονται σε ευρύτερα διεθνή ή ευρωπαϊκά σχήματα.

Η στρατηγική εξίσωση της Λευκωσίας

Η Κύπρος βρίσκεται, έτσι, ενώπιον μιας σύνθετης στρατηγικής εξίσωσης. Από τη μια πλευρά, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με συνεργασίες σε θέματα άμυνας, ενέργειας και ασφάλειας. Η συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμπρακτη στήριξη σε μια αμερικανική πρωτοβουλία.

Από την άλλη, η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιδιώκει τη διατήρηση της ενότητας σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Η απόκλιση από μια ενδεχόμενη κοινή ευρωπαϊκή στάση, θα μπορούσε να δημιουργήσει τριβές ή να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική της ισχύ εντός των Βρυξελλών.

Το ενδεχόμενο συμμετοχής με χαμηλότερο επίπεδο εκπροσώπησης, φαίνεται να αποτελεί τη «χρυσή τομή». Μια τέτοια επιλογή θα έστελνε μήνυμα διαθεσιμότητας προς την Ουάσιγκτον, χωρίς να εκληφθεί ως πλήρης διαφοροποίηση από την ευρωπαϊκή γραμμή.

Η τελική απόφαση και το πολιτικό μήνυμα

Οι οριστικές αποφάσεις αναμενόταν να ληφθούν στο πλαίσιο των διεργασιών του άτυπου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Όποια κι αν είναι η κατάληξη, το πολιτικό μήνυμα θα είναι ισχυρό.

Αν η Λευκωσία επιλέξει τη συμμετοχή, θα σηματοδοτήσει προτεραιότητα στη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και στην ανάληψη ενεργού ρόλου σε περιφερειακές πρωτοβουλίες. Αν, αντιθέτως, επιλέξει την αποχή ή μια περιορισμένη παρουσία, θα επιβεβαιώσει την προσήλωσή της στην ευρωπαϊκή συνοχή.

Η απόφαση για το Συμβούλιο Ειρήνης δεν είναι απλώς διαδικαστική. Είναι μια δοκιμασία πολιτικής ισορροπίας – μια επιλογή που θα καθορίσει το πώς η Κύπρος τοποθετείται στο σύνθετο τρίγωνο Ουάσιγκτον, Βρυξελλών και Ανατολικής Μεσογείου.

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

BEST OF TOTHEMAONLINE