Σε αυτή τη συγκυρία, η ανώνυμη καταγγελία που αφορά τον Ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρύτερο προεκλογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε.
Τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, που κάνουν λόγο για καταγγελία περί φερόμενης διασπάθισης ευρωπαϊκών κονδυλίων και για πιθανή εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, άνοιξαν έναν νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ανεξαρτήτως του αν η υπόθεση θα οδηγηθεί ή όχι σε επίσημη έρευνα και ανεξαρτήτως του τελικού της αποτελέσματος, η χρονική στιγμή κατά την οποία αναδύεται, δεν είναι πολιτικά ουδέτερη.
Η εμπειρία δείχνει ότι στην προεκλογική περίοδο, οι ανώνυμες καταγγελίες αποκτούν ιδιαίτερη «χρησιμότητα». Δεν απαιτούν άμεση απόδειξη, δημιουργούν θόρυβο, αφήνουν σκιές και συχνά αρκούν για να πλήξουν την εικόνα ενός πολιτικού προσώπου, ακόμη κι αν αργότερα δεν επιβεβαιωθούν. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν οι καταγγελίες ευσταθούν, αλλά ποιοι επενδύουν πολιτικά στη διάχυσή τους και ποιοι τελικά ωφελούνται.
Ο ίδιος ο Φειδίας Παναγιώτου επέλεξε να απαντήσει δημόσια μέσω βίντεο, αποδίδοντας τις αναφορές σε fake news και σε στοχευμένη προσπάθεια σπίλωσης ενόψει εκλογών. Παρουσίασε τη δική του εκδοχή των γεγονότων, δίνοντας εξηγήσεις για ζητήματα που αφορούν τη στέγασή του, τη λειτουργία γραφείου, τη χρηματοδότηση της εφαρμογής Agora και τις οικονομικές σχέσεις με τους συνεργάτες του.
Οι απαντήσεις του, ωστόσο, δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο ίδιος έχει οικοδομήσει την πολιτική του παρουσία πάνω σε ένα αφήγημα «διαφορετικότητας», διαφάνειας και ρήξης με το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, η παραμικρή σκιά,ακόμη και αν δεν τεκμηριώνεται, αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Όταν κάποιος αυτοτοποθετείται εκτός του «παλιού συστήματος», τότε και ο πήχης της αξιοπιστίας τίθεται αναπόφευκτα ψηλότερα.
Παράλληλα, η δημόσια αντιπαράθεση που προκάλεσε η υπόθεση αναδεικνύει κάτι βαθύτερο: Τη χρήση της σκανδαλολογίας ως εργαλείου πολιτικής πίεσης. Σε μια περίοδο όπου τα κόμματα και τα κινήματα ετοιμάζουν ψηφοδέλτια και στρατηγικές, κάθε υπόθεση που μπορεί να πλήξει αντιπάλους ή να αποπροσανατολίσει τη δημόσια συζήτηση, αποκτά αυξημένη αξία. Δεν είναι τυχαίο. ότι οι έννοιες «διαφθορά», «διασπάθιση» και «έρευνα» κυριαρχούν στον προεκλογικό λόγο, συχνά χωρίς σαφή τεκμηρίωση.
Ο Φειδίας Παναγιώτου ανακοίνωσε, ως απάντηση, ότι θα προχωρήσει στη δημοσιοποίηση όλων των εξόδων του, μέχρι το τελευταίο σεντ. Πρόκειται για μια κίνηση που αφενός λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στις κατηγορίες, αφετέρου εντάσσεται στο επικοινωνιακό παιχνίδι της προεκλογικής περιόδου. Η διαφάνεια, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι μόνο θεσμική επιλογή αλλά και πολιτικό εργαλείο.
Η υποψηφιότητα Παπαδάκη με το ΑΛΜΑ
Την ίδια στιγμή, το προεκλογικό σκηνικό εμπλουτίζεται και με νέες υποψηφιότητες. Η ανακοίνωση της καθόδου του τέως Ευρωβουλευτή Δημήτρη Παπαδάκη με το Κίνημα Άλμα-Πολίτες για την Κύπρο, έρχεται να προσθέσει ακόμη ένα στοιχείο στην εξίσωση. Η συμμετοχή του, εγκρίθηκε από την Εκτελεστική Γραμματεία του κινήματος και παρουσιάζεται ως ενίσχυση μιας προσπάθειας που θέτει στο επίκεντρο την καταπολέμηση της διαπλοκής και της διαφθοράς.
Δεν είναι τυχαίο, ότι σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις επιχειρούν να οικειοποιηθούν το αφήγημα της «κάθαρσης». Σε μια κοινωνία κουρασμένη από σκάνδαλα, πραγματικά ή υποτιθέμενα, η ηθική υπεροχή μετατρέπεται σε προεκλογικό νόμισμα. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι μέσα σε αυτό το κλίμα, η ουσιαστική πολιτική συζήτηση συχνά παραμερίζεται.
Καθώς οι βουλευτικές εκλογές πλησιάζουν, είναι σαφές ότι τα προεκλογικά παιχνίδια, θα ενταθούν και το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι μόνο ποιος θα αντέξει την πίεση, αλλά αν ο δημόσιος διάλογος θα καταφέρει να ξεφύγει από τον θόρυβο και να επιστρέψει στην ουσία.