Διότι εδώ δεν μιλάμε για ένα γλωσσικό ολίσθημα της στιγμής. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που κατέχει θεσμικό ρόλο σε ένα από τα ανώτατα δημοκρατικά όργανα της Ευρώπης και ο οποίος επιλέγει να αναπαράγει λεξιλόγιο που ανήκει σε άλλες εποχές-εποχές στιγματισμού, αποκλεισμού και κοινωνικής βαρβαρότητας. Όταν ένας Ευρωβουλευτής μιλά έτσι, δεν «λέει απλώς τη γνώμη του». Νομιμοποιεί τη χλεύη, ενισχύει τα στερεότυπα και στέλνει το μήνυμα ότι η αξιοπρέπεια κάποιων ανθρώπων είναι διαπραγματεύσιμη.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι η ελαφρότητα με την οποία τέτοιες εκφράσεις εκτοξεύονται, σαν να πρόκειται για αστείο ή «λαϊκό» τρόπο ομιλίας. Όμως τα άτομα με νοητική αναπηρία και οι οικογένειές τους, δεν είναι punchline. Δεν είναι meme. Δεν είναι υλικό για εύκολη πολιτική κατανάλωση. Είναι πολίτες με δικαιώματα, τα οποία ο ίδιος ο Φειδίας Παναγιώτου υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Αν αυτός είναι ο «αντισυστημικός αυθορμητισμός» που κάποιοι χειροκροτούν, τότε μιλάμε για έναν αυθορμητισμό που χτυπά πάντα προς τα κάτω. Και αυτό δεν είναι ούτε θάρρος ούτε ειλικρίνεια. Είναι απλώς έλλειψη παιδείας και πολιτικής ευθύνης.
Σε μια Ευρώπη, που θεωρητικά παλεύει για συμπερίληψη, σεβασμό και ίσα δικαιώματα, τέτοιες δηλώσεις δεν είναι απλώς ντροπιαστικές. Είναι λόγος για σοβαρό πολιτικό έλεγχο. Γιατί όταν ο λόγος γίνεται τόσο φτηνός, η Δημοκρατία πληρώνει πάντα τον λογαριασμό.