Η οικογένειά της αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς ο πατέρας της είχε χάσει τη δουλειά του κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού. Η μεγαλύτερη θετή αδελφή της, που ήδη εργαζόταν στη διαδικτυακή βιομηχανία του σεξ, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το ανήλικο κορίτσι για να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα.
Η ιστορία της Κέιτ, όπως αποκαλύπτει εκτενής έρευνα του CNN, δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Είναι μία από τις αμέτρητες ιστορίες παιδιών στις Φιλιππίνες, όπου σχεδόν μισό εκατομμύριο ανήλικοι εξαναγκάζονται να παράγουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης για πελάτες που βρίσκονται κυρίως σε δυτικές χώρες. Πίσω από τις διαδικτυακές συναλλαγές, τις κρυπτογραφημένες εφαρμογές και τις ζωντανές μεταδόσεις, βρίσκεται μια βιομηχανία που αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς. Το πλέον ανατριχιαστικό στοιχείο είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι που εκμεταλλεύονται τα παιδιά είναι οι ίδιοι οι ίδιες οι μητέρες ή άλλοι στενοί συγγενείς τους.
Από τα 13 της χρόνια θύμα της ίδιας της αδελφής της
Η Κέιτ, που σήμερα είναι 20 ετών, μίλησε στο CNN με ψευδώνυμο, καθώς επιθυμεί να προστατεύσει την ταυτότητά της. Η μεγαλύτερη θετή αδελφή της, στην οποία δόθηκε το ψευδώνυμο Λορέιν, είχε αρχίσει να προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες μέσω διαδικτύου. Όταν οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας επιδεινώθηκαν, ζήτησε από τη 13χρονη να αναλάβει ορισμένους από τους πελάτες της.
Σύντομα, δύο γειτόνισσες που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο άρχισαν επίσης να χρησιμοποιούν το κορίτσι όταν οι πελάτες τους ζητούσαν μικρότερες ηλικίες. Στην αρχή, η Κέιτ έπρεπε να υποδύεται τη σύντροφο των ανδρών που επικοινωνούσαν μαζί της, να τους ρωτά πώς πέρασαν την ημέρα τους και να τους κρατά συντροφιά. Οι απαιτήσεις, ωστόσο, γρήγορα κλιμακώθηκαν. Οι πελάτες άρχισαν να ζητούν πράξεις σεξουαλικής κακοποίησης και βίας μπροστά στην κάμερα.
Ο μεγαλύτερος φόβος της ήταν ότι κάποια στιγμή οι άνδρες δεν θα αρκούνταν στην παρουσία της στην οθόνη, αλλά θα εμφανίζονταν στο σπίτι της στις Φιλιππίνες για να την κακοποιήσουν. Ένας Αμερικανός την είχε απειλήσει ακόμα και με βιασμό με χρήση όπλου.
Σχεδόν μισό εκατομμύριο παιδιά σε ένα διεθνές δίκτυο εκμετάλλευσης
Σύμφωνα με έκθεση του 2023 της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης International Justice Mission (IJM), σχεδόν 500.000 παιδιά στις Φιλιππίνες εξαναγκάζονται να συμμετέχουν στην παραγωγή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης για οικονομικό όφελος. Η χώρα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα επίκεντρα της διαδικτυακής παραγωγής τέτοιου υλικού, γνωστού διεθνώς ως CSAM (Child Sexual Abuse Material).
Τα στοιχεία του Συμβουλίου Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες των Φιλιππίνων (AMLC) αποκαλύπτουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη αγορά για τέτοιο υλικό από τις Φιλιππίνες την περίοδο 2015-2023. Μόνο μεταξύ 2020 και 2022, Αμερικανοί δαπάνησαν περισσότερα από 7 εκατομμύρια δολάρια για την αγορά παράνομου υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων από τη συγκεκριμένη χώρα.
Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν αποτυπώνει πλήρως τις διαστάσεις της εκμετάλλευσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, το υλικό πωλείται έναντι ελάχιστων δολαρίων ανά εικόνα ή για πρόσβαση σε ζωντανή μετάδοση, γεγονός που επιτρέπει τεράστιο αριθμό συναλλαγών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το προφίλ των ανθρώπων που διευκολύνουν την κακοποίηση. Σύμφωνα με την αστυνομία των Φιλιππίνων, από τις 50 γυναίκες που συνελήφθησαν το προηγούμενο έτος για διαδικτυακή σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών, οι 32 ήταν μητέρες. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται, σύμφωνα με τις αρχές, και κατά το τρέχον έτος. «Ο μόνος λόγος που κακοποιούν ένα παιδί και μεταδίδουν ζωντανά την κακοποίησή του είναι επειδή κάποιος στις ΗΠΑ είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι' αυτή την κακοποίηση», δήλωσε ο Τζον Τανάγκο, εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου της IJM για την Καταπολέμηση της Διαδικτυακής Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών.
«Μετά μου ζητούσαν συγγνώμη και προσεύχονταν στον Κύριο»
Μια ακόμη συγκλονιστική μαρτυρία προέρχεται από την Ίσα, η οποία σήμερα είναι 14 ετών και ζει σε δομή προστασίας μαζί με τα μικρότερα ξαδέλφια της. Τα παιδιά διασώθηκαν από τις θείες τους, οι οποίες τα κακοποιούσαν και μετέδιδαν την κακοποίησή τους μέσω διαδικτύου σε άνδρες του εξωτερικού. Όταν δημοσιογράφοι του CNN ρώτησαν τα παιδιά σε ποια ηλικία ξεκίνησαν όλα, το μικρότερο σήκωσε τα πέντε δάχτυλα του χεριού του.
Η Ίσα θυμάται ότι ήταν πολύ μικρή για να καταλάβει γιατί άγνωστοι άνδρες ήθελαν να τη βλέπουν χωρίς ρούχα. Καταλάβαινε, ωστόσο, ότι οι θείες της τη βιντεοσκοπούσαν επειδή το ζητούσαν οι ξένοι πελάτες.
Η κακοποίηση τεκμηριώνεται από δικαστικά έγγραφα και μαρτυρίες που εξέτασε το CNN. Μία από τις θείες χρησιμοποιούσε διαδικτυακό ψευδώνυμο που παρέπεμπε σε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, διαφημίζοντας ουσιαστικά την πρόσβασή της σε ανήλικους.
Σε μηνύματα μέσω WhatsApp, μια άλλη θεία, με το ψευδώνυμο Ρόζι, προσέφερε σε Ελβετό πελάτη βίντεο με ανήλικα κορίτσια, επισημαίνοντας ότι επρόκειτο για υλικό που δεν μπορούσε να βρει εύκολα στο διαδίκτυο. Μια άλλη γυναίκα, η Τσε-Τσε, διαπραγματευόταν τις τιμές. Ο Ελβετός εξελίχθηκε σε τακτικό πελάτη, ενώ σε έναν από τους λογαριασμούς PayPal που συνδέονταν με τη Ρόζι εντοπίστηκαν περισσότερα από 3.500 δολάρια, τα οποία φέρονται να προέρχονταν από την εκμετάλλευση των παιδιών.
Η Ίσα περιέγραψε ότι οι άνδρες βρίσκονταν σε διαφορετικές ζώνες ώρας και απαιτούσαν να έχει διαρκή διαθεσιμότητα. Οι θείες της την ξυπνούσαν ακόμη και μέσα στη νύχτα για να συμμετάσχει στις διαδικτυακές μεταδόσεις. «Υπήρχαν ξένοι στο τηλέφωνο. Όταν τηλεφωνούσαν, τότε με χρειάζονταν», θυμάται. «Μετά μου ζητούσαν συγγνώμη και προσεύχονταν στον Κύριο», πρόσθεσε, περιγράφοντας τη συμπεριφορά των συγγενών της.
Τα παιδιά είχαν λάβει εντολή να μη μιλήσουν σε κανέναν για όσα συνέβαιναν. «Ήταν σαν να φοβόσουν και να μην είχες πραγματικά κανέναν να το πεις», ανέφερε η Ίσα. Η συγκεκριμένη υπόθεση οδήγησε στην καταδίκη ενός άνδρα στην Ελβετία και στην έναρξη έρευνας για έναν ακόμη στη Βρετανία, σύμφωνα με τους ανθρώπους που έχουν αναλάβει σήμερα τη φροντίδα των παιδιών.
Παράνομο υλικό ακόμη και στην τιμή ενός καφέ
Η δημοσιογραφική έρευνα αποκαλύπτει πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να βρεθεί από δημόσια προσβάσιμες ιστοσελίδες σε ιδιωτικές ομάδες που εμπορεύονται υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Δημοσιογράφοι του CNN εισήλθαν σε ομάδες του Telegram, όπου χρήστες προσέφεραν προς πώληση βίντεο κακοποίησης ανηλίκων. Ορισμένες από τις ομάδες αριθμούσαν χιλιάδες μέλη και λειτουργούσαν ουσιαστικά ως παράνομες αγορές, με τιμοκαταλόγους που κατηγοριοποιούσαν το υλικό ανά ηλικία και φύλο θύματος και είδος κακοποίησης.
Σε κάποιες περιπτώσεις, το κόστος πρόσβασης ήταν αντίστοιχο με την τιμή ενός καφέ. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν είτε να αγοράσουν ήδη υπάρχον υλικό είτε να απευθυνθούν στους διαχειριστές για συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Αξιοποιώντας δικαστικά έγγραφα και δεδομένα που παρείχε η υπηρεσία παρακολούθησης διαρροών δεδομένων Alerts Bar, το CNN κατάφερε να εντοπίσει την ταυτότητα περισσότερων από δώδεκα καταναλωτών υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από τις Φιλιππίνες. Πρόκειται για άνδρες από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Σουηδία.
Το επαγγελματικό και κοινωνικό τους προφίλ διέφερε σημαντικά: εργαζόμενοι στην εστίαση, άνθρωποι που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της ψυχικής υγείας, σύμβουλοι βιωσιμότητας, φοιτητές και επαγγελματίες υψηλής κατάρτισης. Οι ηλικίες τους κυμαίνονταν από περίπου 20 έως 70 ετών, ενώ αρκετοί, σύμφωνα με δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, είχαν παιδιά ή εγγόνια.
Οι κρυπτογραφημένες εφαρμογές δυσκολεύουν τον εντοπισμό των δραστών
Η μετατόπιση της παράνομης δραστηριότητας από το σκοτεινό διαδίκτυο σε κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και ζωντανές μεταδόσεις έχει δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στις έρευνες των διωκτικών αρχών. Σύμφωνα με Αμερικανό ομοσπονδιακό ερευνητή που μίλησε ανώνυμα στο CNN, οι δράστες γνωρίζουν πλέον πώς να περιορίζουν τα ψηφιακά ίχνη τους.
«Κανονικά, μια έρευνα για υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών περιλαμβάνει αρχεία πολυμέσων που διακινήθηκαν ή δημιουργήθηκαν, αλλά με τις ζωντανές μεταδόσεις τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν μάθει να μην καταγράφουν τις συνεδρίες τους», εξήγησε. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί και να τεκμηριωθεί η παράνομη δραστηριότητα τη στιγμή που πραγματοποιείται.
Εφαρμογές όπως το WhatsApp, το Viber και το Telegram περιλαμβάνονται στα μέσα επικοινωνίας που αναφέρονται από επιζώντες και σε δικαστικά έγγραφα. Εκπρόσωποι των εταιρειών ανέφεραν στο CNN ότι εφαρμόζουν μέτρα για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της κακοποίησης παιδιών στις πλατφόρμες τους. Το WhatsApp παρέπεμψε στις διαδικασίες ελέγχου μη κρυπτογραφημένων δεδομένων και στις αναφορές χρηστών, υποστηρίζοντας ότι κάθε μήνα λαμβάνει μέτρα κατά εκατοντάδων χιλιάδων λογαριασμών. Το Viber ανέφερε ότι χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένα εργαλεία και ομάδες ανθρώπινης εποπτείας για τον εντοπισμό παραβιάσεων σε κανάλια και κοινότητες. Από την πλευρά του, το Telegram υποστήριξε ότι έχει αποκλείσει περισσότερα από 400.000 κανάλια που σχετίζονται με υλικό κακοποίησης παιδιών μέσα στο 2026, αναγνωρίζοντας πάντως ότι οι αποκλεισμένοι χρήστες επιχειρούν συχνά να επιστρέψουν με νέους λογαριασμούς.
Πώς η μεταναστευτική πολιτική Τραμπ επηρέασε τις έρευνες
Μια ιδιαίτερα σημαντική διάσταση της έρευνας του CNN αφορά τις επιπτώσεις που φέρεται να είχε η ανακατανομή προσωπικού των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας στις επιχειρήσεις κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων.
Η υπηρεσία Homeland Security Investigations (HSI), που υπάγεται στο αμερικανικό υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον εντοπισμό υπόπτων στις ΗΠΑ και στη συνεργασία με διεθνείς διωκτικές αρχές. Ωστόσο, σύμφωνα με νυν και πρώην αξιωματούχους που μίλησαν στο CNN, οι νέες προτεραιότητες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ στην αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης περιόρισαν την αποτελεσματικότητα ορισμένων ερευνών.
Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, σχεδόν το 90% των πρακτόρων της HSI, περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι, μετακινήθηκαν σε δραστηριότητες επιβολής της μεταναστευτικής νομοθεσίας, σύμφωνα με στοιχεία που απέκτησε το ερευνητικό ινστιτούτο Cato Institute. Δεν είναι σαφές πόσοι από αυτούς εργάζονταν αποκλειστικά σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Ερευνητές, ωστόσο, δήλωσαν ότι ορισμένες κρίσιμες πληροφορίες έπαψαν να μπορούν να αξιοποιηθούν εγκαίρως, καθώς οι υποθέσεις έμεναν πίσω.
Ο Αμερικανός που κακοποιούσε παιδιά από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά
Μία από τις υποθέσεις που αναδεικνύει το CNN είναι εκείνη του Κάρεϊ Λι Σάκμαν, ενός Αμερικανού από το Μέριλαντ, ηλικίας περίπου 60 ετών, ο οποίος εργαζόταν στο παρελθόν ως νυχτερινός υπεύθυνος λειτουργίας σε εταιρεία logistics. Ο Σάκμαν ήταν ένας από τους άνδρες που πλήρωναν για να παρακολουθούν και να κατευθύνουν την κακοποίηση της Κέιτ και άλλων παιδιών από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από πληροφορίες που διαβίβασε η αστυνομία των Φιλιππίνων στο FBI.
Οι αρχές είχαν εντοπίσει το όνομά του σε αποδείξεις μεταφοράς χρημάτων μέσω Western Union, οι οποίες συνδέονταν με γνωστό διακινητή στις Φιλιππίνες. Ακολούθησε κοινή έρευνα του FBI και της HSI, κατά την οποία κατασχέθηκαν ηλεκτρονικές συσκευές και εντοπίστηκαν πολλαπλοί λογαριασμοί Skype που χρησιμοποιούσε για να επικοινωνεί με ανθρώπους οι οποίοι διευκόλυναν την κακοποίηση παιδιών.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι είχε πρόσβαση σε ζωντανές μεταδόσεις κακοποίησης ανηλίκων και ότι βρισκόταν σε επικοινωνία με περισσότερους από έναν διακινητές, μεταξύ των οποίων και η αδελφή της Κέιτ. Το μικρότερο από τα θύματά του εκτιμάται ότι ήταν μόλις έξι ετών.
Ο Σάκμαν καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκισης, ποινή μικρότερη από τη συνήθη 15ετή κάθειρξη που επιβάλλεται στις ΗΠΑ για παραγωγή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Σύμφωνα με τα έγγραφα της καταδίκης του, η ποινή επηρεάστηκε, μεταξύ άλλων, από τη συμφωνία παραδοχής ενοχής και την καταβολή 50.000 δολαρίων ως αποζημίωση στα θύματά του. Η Κέιτ ανέφερε ότι έλαβε 6.300 δολάρια.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Σάκμαν προβλέπεται να τεθεί υπό επιτήρηση για άλλα επτά χρόνια. Τα δικαστικά έγγραφα σημειώνουν ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε σωματική κακοποίηση των θυμάτων του με φυσική παρουσία, στοιχείο που αξιολογήθηκε ελαφρυντικά, αναγνωρίζοντας ωστόσο τη σοβαρότητα των πράξεών του και τον ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό θυμάτων.
Η σύγκριση των ποινών αποτελεί ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα στοιχεία της υπόθεσης. Ενώ ο Σάκμαν καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκισης, η μεγαλύτερη αδελφή της Κέιτ, που την είχε οδηγήσει στην εκμετάλλευση, καταδικάστηκε στις Φιλιππίνες σε 33 χρόνια φυλάκισης για διακεκριμένη εμπορία ανθρώπων. Η ποινή της ήταν υπερτριπλάσια εκείνης του Αμερικανού πελάτη.
«Νιώθω ότι δεν αξίζω να με αγαπήσει κανείς»
Παρά όσα υπέστη, η Κέιτ δήλωσε ότι έχει συγχωρήσει την αδελφή της και επέλεξε να μην καταθέσει εναντίον της στο δικαστήριο. Η ίδια εξακολουθεί μάλιστα να αισθάνεται ενοχές για τη φυλάκισή της, θεωρώντας τον εαυτό της υπεύθυνο για τα προβλήματα της οικογένειας. «Εγώ είμαι ο βασικός λόγος που η αδελφή μου μπήκε στη φυλακή… Εγώ είμαι ο λόγος που υποφέρουμε», είπε.
Σήμερα, σε ηλικία 20 ετών, η Κέιτ ζει μακριά από την οικογένειά της και προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της. Έχει υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία, αντλεί παρηγοριά από την πίστη και σπουδάζει για να γίνει κοινωνική λειτουργός, με στόχο να βοηθήσει ανθρώπους που έχουν βιώσει αντίστοιχες καταστάσεις.
Ωστόσο, οι συνέπειες της κακοποίησης εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τις ανθρώπινες σχέσεις. Πριν από όσα συνέβησαν, ονειρευόταν να παντρευτεί κάποτε και να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια. Σήμερα, όπως εξομολογείται, αισθάνεται ότι η εμπειρία της έχει στερήσει αυτή την προοπτική. «Νιώθω βρόμικη», λέει. «Σαν να μην αξίζω να με αγαπήσει κανείς ή σαν να μην επιτρέπεται να έχω σύντροφο στο μέλλον».
ΠΗΓΗ: Πρώτο Θέμα