Σύμφωνα με τον κ. Πάλμα, φέτος συμπληρώνονται πενήντα δύο χρόνια από την μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής του 1974, «ένα γεγονός που σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας και καθόρισε τη σύγχρονη πορεία του τόπου μας».
«Τα γεγονότα του Ιουλίου και Αυγούστου του 1974 άφησαν πίσω τους μια βαθιά πληγή, η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να επηρεάζει την κοινωνία και την καθημερινότητα χιλιάδων συμπολιτών μας. Οι συνέπειες της τουρκικής εισβολής υπήρξαν βαριές και πολυδιάστατες. Μεγάλο μέρος της πατρίδας μας παραμένει μέχρι σήμερα υπό τουρκική κατοχή. Εκατοντάδες συμπατριώτες μας έχασαν τη ζωή τους, ενώ δεκάδες χιλιάδες εκτοπίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες, αναγκαζόμενοι να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους», ανέφερε στη συνέχεια.
Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την ιστορική εκκρεμότητα κατέχει το ζήτημα των αγνοουμένων, σημείωσε ακολούθως, προσθέτοντας πως αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1960, κατά τις διακοινοτικές συγκρούσεις, και συνεχίζοντας στα πολεμικά γεγονότα του 1974, εκατοντάδες συνάνθρωποί μας καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι. «Από τότε, η τύχη τους παραμένει άγνωστη, αφήνοντας πίσω οικογένειες που ζουν με το βασανιστικό ερώτημα για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων», συμπλήρωσε.
«Το ζήτημα των αγνοουμένων αποτελεί πρωτίστως ανθρωπιστικό και ηθικό θέμα, που αγγίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το δικαίωμα κάθε οικογένειας να γνωρίζει την αλήθεια για τους οικείους της. Πίσω από κάθε αγνοούμενο υπάρχει μια ιστορία. Οικογένειες ζουν εδώ και δεκαετίες με μια βαριά σκιά αβεβαιότητας. Μητέρες που περιμένουν μια ζωή να ακούσουν νέα για τα παιδιά τους. Πατέρες που έφυγαν χωρίς να μάθουν ποτέ τι απέγινε ο γιος τους. Σύζυγοι που μεγάλωσαν παιδιά με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα επιστρέψει ο άνθρωπός τους», τόνισε περαιτέρω.
«Για τις οικογένειες αυτές, η καθημερινότητα είναι μια συνεχής δοκιμασία, μια παρατεταμένη κατάσταση πένθους. Βιώνουν την απόγνωση, τον φόβο και μια βαθιά θλίψη που δεν υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου. Πρόκειται για μια συνεχόμενη αναμονή και αβεβαιότητα, ανάμεσα στην ελπίδα για απάντηση και στην πραγματικότητα ότι όσο περνούν τα χρόνια οι πιθανότητες μειώνονται», σημείωσε, προσθέτοντας ότι παρά τον πόνο και την εξάντληση, «οι οικογένειες των αγνοουμένων συνεχίζουν να αγωνίζονται, συνεχίζουν να ζητούν αλήθεια, δικαιοσύνη και διακρίβωση της τύχης των αγαπημένων τους προσώπων».
«Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Πολιτεία έχει καθήκον να βρίσκεται σταθερά στο πλευρό τους. Οφείλει να στηρίζει κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, να ενισχύει τις διαδικασίες έρευνας, εκταφής και ταυτοποίησης, και να διατηρεί το ζήτημα σταθερά στις προτεραιότητες της δημόσιας πολιτικής. Παράλληλα, η διεθνής κοινότητα οφείλει να ενθαρρύνει τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων πλευρών, ώστε να δοθούν απαντήσεις εκεί όπου για δεκαετίες επικρατεί σιωπή», τόνισε ο κ. Πάλμας.
«Η διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων αποτελεί πράξη δικαιοσύνης προς τις οικογένειες, ενώ ταυτόχρονα προάγει μια κουλτούρα σεβασμού προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η σημερινή εκδήλωση υπενθυμίζει για ακόμη μια φορά ότι το ζήτημα των αγνοουμένων δεν ανήκει στο παρελθόν. Παραμένει ζήτημα του παρόντος, που απαιτεί ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και συλλογική δράση», υπογράμμισε ο Υπουργός.
«Με αυτές τις λίγες σκέψεις, επαναλαμβάνουμε την υπόσχεση ότι θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι να δοθούν απαντήσεις για κάθε συνάνθρωπό μας, του οποίου η τύχη αγνοείται. Αιώνια ας είναι η μνήμη όλων των πεσόντων στους αγώνες προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας, και σύντομα να ολοκληρωθεί η διακρίβωση της τύχης όλων των αγνοουμένων», κατέληξε.
Στον χαιρετισμό του εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Γεωργίου, ο Επίσκοπος Μεσαορίας Γρηγόριος είπε ότι «για μια ακόμη φορά καλούμαστε να μην υποκύψουμε στη ραστώνη των ημερών, αλλά να παραμείνουμε σε εγρήγορση, δράση και αγώνα, προκειμένου να μην ξεχάσουμε και να μην καταπνιγούμε από την καθημερινή μέριμνα, αλλά να εργαζόμαστε ακατάπαυστα και να αναπτερώνουμε συνεχώς την ελπίδα ανεύρεσης των αγνοούμενών μας».
«Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι η Εκκλησία Κύπρου θα συνεχίσει να αγωνίζεται για την εξακρίβωση της ζωής και του τελευταίου αγνοούμενού μας, καθώς και για την επικράτηση της ειρήνης και την απόδοση δικαιοσύνης σε αυτόν τον μαρτυρικό τόπο. Δεν θα παύσουμε να στηρίζουμε τη συνέχιση των εργασιών της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοούμενων για την εκταφή και την ταυτοποίηση των λειψάνων όσων αγνοούμενων μας έχουν φονευτεί», σημείωσε ακολούθως.
«Με τον τρόπο αυτό ελπίζουμε να επουλωθεί ο ανείπωτος πόνος και η πολύχρονη αγωνία και η αβεβαιότητα δεκάδων οικογενειών του τόπου μας. Επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά ότι η επίλυση του κυπριακού προβλήματος περνά μέσα από την επίλυση του ζητήματος των αγνοούμενων μας», κατέληξε.
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, Νίκος Σεργίδης, είπε ότι σήμερα αποδίδουμε τις οφειλόμενες τιμές σε αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης ή αγνοούνται, «σε αυτούς που αν και γνώριζαν την υπεροπλία του εισβολέα παρέμειναν στις επάλξεις του χρέους, σε αυτούς που θυσιάστηκαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσουν τις ορδές του Αττίλα και την προέλαση των τουρκικών αρμάδων, σε αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για να περισώσουν την προδομένη εθνική μας αξιοπρέπεια».
«Σήμερα, 52 χρόνια μετά, και ακόμη αναζητούμε εκατοντάδες αγνοουμένους. Αυτή την απάνθρωπη και απαράδεκτη κατάσταση, αποτέλεσμα μιας αρνητικής και άτεγκτης συμπεριφοράς από μέρους της Τουρκίας, αλλά και μιας προκλητικής ανοχής από μέρους του Διεθνούς Παράγοντα, έχουμε υποχρέωση να αλλάξουμε. Αυτό αποτελεί για μας εθνική επιταγή προς τους ήρωές μας και προς την ιστορία μας, αλλά και υποχρέωση ηθική και νομική προς τα διεθνώς κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα», σημείωσε στη συνέχεια.
«Ο σημερινός 41ος Μαραθώνιος Αγάπης Αγνοουμένων ας αποτελέσει για όλους μας το έναυσμα να διατρανώσουμε για άλλη μια φορά την αμετάκλητη αποφασιστικότητά μας, να συνεχίσουμε τον ανθρωπιστικό μας αγώνα, μέχρι τη διακρίβωση της τύχης του κάθε αγνοουμένου και όλων των αγνοουμένων της Κύπρου», κατέληξε.
Τέλος, η Πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιτροπής Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων Κυπριακής Τραγωδίας, Μαρία Καλμπουρτζή, είπε στον δικό της χαιρετισμό ότι «σήμερα ανανεώνουμε την υπόσχεση της συνέχισης του αυτονόητου αγώνα μας, τη διεκδίκηση των προφανών δικαιωμάτων των συγγενών και την εκπλήρωση του χρέους μας στη νοητή παρουσία των εκατοντάδων ηρώων μας μπροστά στις ατελείωτες σειρές των Λευκών Σταυρών τους».
«52 χρόνια διεκδίκησης, και έχοντας δεδομένη την αναλγησία, την αδιαλλαξία και την άρνηση της κατοχικής δύναμης να συνεργαστεί ουσιαστικά για την επίλυση του τεράστιου ανθρωπιστικού θέματος, εμείς οι συγγενείς απαιτούμε το δικαίωμά μας στην αλήθεια, το δικαίωμά μας στην τεκμηριωμένη διακρίβωση και της τύχης 800 περίπου ατόμων που εξακολουθούν αγνοούνται, το δικαίωμά μας στον θρήνο της απώλειας των αγαπημένων μας και το δικαίωμα της αξιοπρεπούς ταφής τους», ανέφερε στη συνέχεια.
Κάλεσε επίσης σε μία ακόμη προσπάθεια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης τους πολίτες, τα κράτη, το ευρωπαϊκό και το διεθνές επίπεδο να ενώσουν τις δυνάμεις με τους συγγενείς των αγνοούμενων από Ελλάδα και Κύπρο, ώστε το αυτονόητο να γίνει πράξη και να δοθεί ένα τέλος στην πολύχρονη αναζήτηση και στον πόνο των οικογενειών των αγνοούμενων.
«Καλούμε και μία φορά ακόμη την Τουρκία για ουσιαστική συνεργασία με τη ΔΕΑ, για την παροχή κάθε πληροφορίας και πρόσβασης ώστε να διευκολυνθεί το έργο και να φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Καλούμε τους αρμόδιους φορείς και την ευρύτερη διεθνή κοινότητα να θέσει την Τουρκία προ των ευθυνών της και να σχίσει την απαραίτητη πίεση προκειμένου να συνεργαστεί για την αποτελεσματική εξέταση της τύχης των αγνοούμενων», τόνισε σχετικά.
«Η ανοχή στον εμπαιγμό και την αδιαλλαξία συντηρεί και διαιωνίζει το ανθρωπιστικό πρόβλημα των αγνοούμενων και αποτελεί ηχηρή πολιτισμική και ανθρωπιστική παραβίαση και πρόσκληση σε κάθε επίπεδο», ανέφερε κλείνοντας, προσθέτοντας ότι παρά την επιμονή των συγγενών, «όσο ο χρόνος περνά, όσο οι γενιές αλλάζουν, ο κίνδυνος της κόπωσης, της λήθης, η αίσθηση της ματαιότητας, η τάση για εγκατάλειψη προσπαθειών μεγαλώνουν και απαιτείται πολλαπλάσια προσπάθεια για να συντηρήσεις ένα θέμα που βολεύει πολλούς, συνειδητά ή ασυνείδητα, να αγνοούν».
Τέλος, κάλεσε τα δύο κράτη της Ελλάδας και της Κύπρου να αναλάβουν έντονη διπλωματική δραστηριότητα για το θέμα σε κέντρα λήψεως αποφάσεων.
«Η συνεργασία των δύο Κυβερνήσεων, Ελλάδας και Κύπρου, είναι κομβικής σημασίας για την ευόδωση του κοινού μας σκοπού. Απαιτείται συνεχής αλληλοενημέρωση και άμεση χωρίς επιφυλάξεις συνεργασία σε επίπεδο αρμόδιων υπηρεσιών και φορέων. Στο πλαίσιο αυτό, η ανταλλαγή εμπειριών και μέσων και η μελέτη κάθε αρχείου που διαθέτουν οι δύο πλευρές και μπορεί να βοηθήσει το έργο της εξακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων, αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα και αναγκαιότητα», συμπλήρωσε.
«Η όποια καθυστέρηση επιβραδύνει το θέμα μας και διευκολύνει τη μεθόδευση της άρνησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Τουρκίας, την απροθυμία συνεργασίας της και προσπάθεια για το κλείσιμο της ανθρωπιστικής μας υπόθεσης», κατέληξε η κ. Καλμπουρτζή.
Των ομιλιών προηγήθηκε τρισάγιο και δέηση από τον Επίσκοπο Μεσαωρίας στη μνήμη των πεσόντων, ενώ ακολούθησε κατάθεση στεφάνων από τον Υπουργό Άμυνας, τον Πρέσβη της Ελλάδας στην Κύπρο, Κωνσταντίνο Κόλλια, εκπροσώπους της Βουλής, των κοινοβουλευτικών κομμάτων, της Αστυνομίας, της ΕΛΔΥΚ, της Εκκλησίας, των συγγενών των αγνοουμένων και άλλων φορέων.