Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Λευκωσία επιχειρεί να κινηθεί σε δύο παράλληλα επίπεδα-το εσωτερικό και το ευρωπαϊκό- επιδιώκοντας να επαναφέρει το Κυπριακό, στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η Κυβέρνηση ετοιμάζει πακέτο μονομερών μέτρων για τους Τουρκοκύπριους, με επίκεντρο την υγεία και την οικονομία. Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, τα μέτρα έχουν ήδη τεθεί υπόψη του Τουφάν Ερχιουρμάν, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να επιλέγει συνειδητά να μην προχωρήσει άμεσα σε ανακοινώσεις. Η απόφαση αυτή, δεν είναι τυχαία, καθώς στόχος είναι να αποφευχθεί η εντύπωση αιφνιδιασμού ή πολιτικής πίεσης προς την τουρκοκυπριακή πλευρά και να διατηρηθεί ένα κλίμα που θα επιτρέπει ουσιαστική επικοινωνία.
Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστοδουλίδη να ζητήσει από την προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, τη διοργάνωση κοινής συνάντησης με τον ίδιο και τον κ. Ερχιουρμάν. Παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει απάντηση, η κίνηση καταγράφεται ως σαφές μήνυμα πρόθεσης για διάλογο. Η επικείμενη επιστροφή της κας Ολγκίν στην Κύπρο, αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προηγείται ένας κύκλος κρίσιμων διεθνών επαφών. Σύμφωνα με πληροφορίες, η απεσταλμένη του ΟΗΕ θα μεταβεί πρώτα στη Γενεύη για συνάντηση με τον Αντόνιο Γκουτέρες, με στόχο την αποτίμηση της μέχρι σήμερα προσπάθειας και τον καθορισμό των επόμενων βημάτων στο Κυπριακό, ενώ θα ακολουθήσουν επαφές, σε Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον. Οι συναντήσεις αυτές, αναμένεται να διαμορφώσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κριθεί αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια ουσιαστική επανεκκίνηση των συνομιλιών.
Παράλληλα, στο ευρωπαϊκό πεδίο, η παρουσίαση των προτεραιοτήτων της Κυπριακής Προεδρίας στο Ευρωκοινοβούλιο στο Στρασβούργο αποτέλεσε ευκαιρία για την αποστολή σαφών πολιτικών μηνυμάτων. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπενθύμισε ότι η Κύπρος είναι το μοναδικό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τελεί υπό παράνομη κατοχή, συνδέοντας το Κυπριακό με τη γενικότερη συζήτηση για την εδαφική ακεραιότητα και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Οι αναφορές στην Ουκρανία και στη Γροιλανδία υπογράμμισαν την ανάγκη συνέπειας της Ευρώπης όταν επικαλείται αρχές και αξίες.
Ιδιαίτερα ηχηρή ήταν η παρέμβαση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Manfred Weber, ο οποίος χαρακτήρισε την Κυπριακή Προεδρία «πηγή ελπίδας για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και εξήρε την πολιτική της Κυβέρνησης στο μεταναστευτικό, σημειώνοντας ότι θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλα κράτη μέλη. Το μήνυμά του ήταν ξεκάθαρο: δεν μπορεί να υπάρξει ενωμένη Ευρώπη χωρίς ενωμένη Κύπρο.
Στήριξη, αλλά και προβληματισμούς, εξέφρασαν και οι Κύπριοι ευρωβουλευτές, από όλο το πολιτικό φάσμα. Εκπρόσωποι του ΔΗΣΥ στάθηκαν στη δυνατότητα της Κύπρου να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία του δικαιώματος στο βέτο. Από την πλευρά του ΔΗΚΟ, τέθηκε επιτακτικά το ζήτημα της ευρωπαϊκής συνέπειας, με το ερώτημα γιατί η ΕΕ επέδειξε αποφασιστικότητα στην περίπτωση της Ουκρανίας, αλλά όχι απέναντι στην τουρκική κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους στην Κύπρο.
Πιο αιχμηρές, ήταν οι παρεμβάσεις από το ΕΛΑΜ και το ΑΚΕΛ, οι οποίες ανέδειξαν διαφορετικές όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Το ΕΛΑΜ έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη ευρωπαϊκής και εθνικής αυτονομίας σε τομείς όπως η ενέργεια, η άμυνα και η παραγωγή, καταγγέλλοντας την ανοχή που επιδεικνύει η Ευρώπη απέναντι στην Τουρκία. Το ΑΚΕΛ από την άλλη, άσκησε συνολική κριτική στις πολιτικές της Ένωσης, κάνοντας λόγο για απομάκρυνση από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, κοινός παρονομαστής όλων ήταν η παραδοχή ότι η Κυπριακή Προεδρία αποτελεί μια κρίσιμη ευκαιρία. Ευκαιρία να αναδειχθεί το Κυπριακό ως ευρωπαϊκό πρόβλημα και όχι ως μια χρόνια, περιφερειακή εκκρεμότητα.


