Οι δύο προτάσεις νόμου τέθηκαν την Τετάρτη ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, με την κ. Χαραλαμπίδου να αναφέρει ότι είναι αλληλένδετες και ότι σκοπός είναι η θεσμοθέτηση καναλιού επικοινωνίας μεταξύ της Αρχής κατά της Διαφθοράς και του Εφόρου Φορολογίας, προκειμένου να απαλειφθεί και το ενδεχόμενο άσκησης πολιτικής πίεσης προς τον Έφορο, όταν χρειάζεται να γίνει φορολογικός έλεγχος, σε συνέχεια πορίσματος της Αρχής, μετά από διερεύνηση καταγγελίας.
Ο κ. Μαρκίδης διευκρίνισε, πάντως, ενώπιον της Επιτροπής ότι από τον διορισμό του και έπειτα, δεν έχει δεχθεί οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση αναφορικά τον οποιονδήποτε έλεγχο. Πρόσθεσε, όμως, πως ο ίδιος θεωρεί «ηθικά σωστό», όταν γνωρίζει πως είναι σε εξέλιξη ανακριτική και ποινική διαδικασία για υπόθεση που σχετίζεται με φορολογικό έλεγχο που προτίθεται να διενεργήσει, να επικοινωνεί πρώτα με την Αστυνομία ή τη Νομική Υπηρεσία, για να βεβαιωθεί ότι δε θα δημιουργηθούν νομικά κωλύματα.
Μάλιστα, ο κ. Μαρκίδης θέλησε να διευκρινίσει ότι δεν θα προκύψουν αλλαγές σε ό,τι αφορά αυτή τη δυνατότητα του Εφόρου Φορολογίας, σε περίπτωση που ψηφιστεί η πρόταση νόμου. Στο πλαίσιο της συζήτησης, έλαβε τη διαβεβαίωση ότι οι πρόνοιες της πρότασης υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Εφόρου και δεν παρεμβαίνουν στην εξουσία που ασκεί ως ανεξάρτητη αρχή.
Σε κάθε περίπτωση, ο Έφορος Φορολογίας διαβεβαίωσε τους Βουλευτές ότι το έργο του δε συγκρούεται με ποινικές έρευνες και ότι οι φορολογικοί έλεγχοι δεν δυσκολεύουν με κανένα τρόπο τη διαδικασία ποινικής διερεύνησης μίας υπόθεσης. Σημείωσε, όμως, ότι η αναφορά της πρότασης νόμου για ελέγχους σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός Κύπρου, υπόκειται σε περιορισμούς, καθώς σε κάποιες χώρες δεν έχει εξουσία ή/και πρόσβαση για διενέργεια ελέγχων. Εξήγησε ότι αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί στο κείμενο του νόμου.
Πάντως, η δικηγόρος της Δημοκρατίας, Μαρίνα Μασούρα, εξέφρασε επίσης επιφυλάξεις εκ μέρους της Νομικής Υπηρεσίας για το ενδεχόμενο να δημιουργούνται νομικά κωλύματα από την παράλληλη διεξαγωγή ποινικής διερεύνησης και φορολογικού ελέγχου σε μία υπόθεση, επισημαίνοντας ότι απαιτείται πολύ καλός συντονισμός μεταξύ θεσμών και υπηρεσιών. Παράλληλα, η κ. Μασούρα επεσήμανε ότι υπάρχουν ασάφειες στο λεκτικό των προτάσεων νόμου, αναφέροντας ενδεικτικά ότι θα πρέπει να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ισχύουν για να ενεργοποιείται η ενημέρωση του Εφόρου Φορολογίας από την Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Από πλευράς του ο Επίτροπος Διαφάνειας, Χάρης Πογιατζής, σημείωσε ότι θα ήταν καλό να συμπεριληφθεί στην πρόταση νόμου πρόνοια για ενημέρωση του Εφόρου Φορολογίας και για πορίσματα της Αρχής που αφορούν και δημόσιους λειτουργούς, πέρα από αξιωματούχους, αφού εμπίπτουν και οι δύο κατηγορίες στη δικαιοδοσία ελέγχου των δύο θεσμών. Πρόσθεσε, δε, ότι καλό είναι να υπάρχει πρόνοια και για ενημέρωση της Αρχής για τα αποτελέσματα του ελέγχου από τον Έφορο Φορολογίας, ακόμα και αφού κλείσει ο φάκελος για την Αρχή.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής και Βουλευτής του ΔΗΣΥ, Δημήτρης Δημητρίου, ανέφερε ότι, από όσα ακούστηκαν στο πλαίσιο της συνεδρίασης, η πρόταση νόμου ενδεχομένως να είναι και περιττή, αναγνώρισε όμως καλές προθέσεις στην εισηγήτρια και την κάλεσε να προχωρήσει στις απαραίτητες προσαρμογές στα κείμενα, βάσει των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν από τον Έφορο Φορολογίας και τη Νομική Υπηρεσία, προτού τεθούν οι προτάσεις για ψηφοφορία στην Ολομέλεια.