Άμεση απάντηση Χριστοδουλίδη στον Σαρλ Μισέλ – «Να σου υπενθυμίσω ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο το 1974»
Ξεκάθαρη απάντηση Νίκου Χριστοδουλίδη στον Σαρλ Μισέλ.

Απαντώντας γραπτώς σε ερωτήσεις στο Fox News, ο Τομ Μπάρακ επέμεινε ότι οι τοποθετήσεις του αντανακλούν «ρεαλισμό» και όχι αλλαγή της πολιτικής των ΗΠΑ. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, παρά την αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400, ενώ υποστήριξε ότι στη Μέση Ανατολή έχουν αποδώσει μόνο «ισχυρά καθεστώτα ηγεσίας».
Τόνισε, δε, ότι η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ για «ειρήνη μέσω ισχύος» απαιτεί μια πιο πραγματιστική ανάγνωση της κατάστασης στην περιοχή.
Αναφερόμενος στις δηλώσεις του στο Φόρουμ Διπλωματίας της Αττάλειας στις 17 Απριλίου, όπου χαρακτήρισε την εκεχειρία Ισραήλ - Χεζμπολάχ ως «παύση» και ανέφερε ότι «όλοι έχουν αποδειχθεί εξίσου αναξιόπιστοι», ο Μπάρακ υποστήριξε ότι περιέγραψε απλώς την πραγματικότητα στο πεδίο. Όπως σημείωσε, οι εκεχειρίες του Νοεμβρίου 2024 και του Απριλίου 2026 αποδείχθηκαν εύθραυστες, καθώς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη -Ισραήλ, Χεζμπολάχ και οι υποστηρικτές τους- έχουν επανειλημμένα δοκιμάσει τα όρια, με ιστορικά μοτίβα παραβιάσεων, επανεξοπλισμού και κλιμάκωσης μέσω αντιπροσώπων.
Ο ίδιος τόνισε ότι η αμοιβαία δυσπιστία είναι ο βασικός λόγος που οι ΗΠΑ μεσολάβησαν για την εκεχειρία, με στόχο τον τερματισμό των απωλειών, τη δημιουργία περιθωρίου αποκλιμάκωσης και τη διαμόρφωση ενός ελεγχόμενου πλαισίου που θα ενισχύει την κυριαρχία του Λιβάνου και την ασφάλεια του Ισραήλ. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η θέση των ΗΠΑ παραμένει αμετάβλητη: «Η Χεζμπολάχ είναι τρομοκρατική οργάνωση, υπεύθυνη για τον θάνατο Αμερικανών και πράξεις αποσταθεροποίησης».
Παράλληλα, σημείωσε ότι εντός του Λιβάνου γίνεται διάκριση μεταξύ της πολιτικής πτέρυγας της Χεζμπολάχ (η οποία βρίσκεται στο Κοινοβούλιο) και της ένοπλης οργάνωσης, επισημαίνοντας ότι η πολιτική εμπιστοσύνη «θα πρέπει να κερδηθεί».
Αναφερόμενος στη δήλωσή του ότι στόχος δεν είναι «η εξόντωση της Χεζμπολάχ», ο Μπάρακ υποστήριξε ότι η πλήρης εξάλειψη μιας τέτοιας οργάνωσης δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με στρατιωτικά μέσα, ιδίως όταν το Ιράν συνεχίζει να την χρηματοδοτεί και να την εξοπλίζει. Όπως ανέφερε, η στρατηγική των ΗΠΑ επικεντρώνεται στην αποδυνάμωση των τρομοκρατικών δυνατοτήτων της, ώστε να μπορέσουν να επικρατήσουν η διπλωματία και ένα κυρίαρχο λιβανικό κράτος.
Σε ό,τι αφορά στην Τουρκία, χαρακτήρισε «παράλογο» το αδιέξοδο γύρω από το πρόγραμμα F-35 και υποστήριξε ότι το ζήτημα των S-400 μπορεί να επιλυθεί εντός μηνών μέσω «στοχευμένης διπλωματίας» από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, με βάση την προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Διευκρίνισε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πληροί πλήρως τις προϋποθέσεις του αμερικανικού νόμου, συμπεριλαμβανομένης της επαληθεύσιμης παύσης κατοχής και λειτουργίας των S-400.
Τόνισε επίσης ότι η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα ενισχύσει τη συνοχή του ΝΑΤΟ, θα ωφελήσει την αμερικανική αμυντική βιομηχανία και θα περιορίσει την επιρροή της Ρωσίας.
Τέλος, απαντώντας στην κριτική για τις δηλώσεις του περί «ισχυρών καθεστώτων», ο Μπάρακ υποστήριξε ότι βασίζονται σε εμπειρική παρατήρηση δεκαετιών. Όπως ανέφερε, χώρες που επιχείρησαν να υιοθετήσουν δυτικού τύπου δημοκρατία μετά την Αραβική Άνοιξη κατέληξαν σε χάος ή αυταρχισμό, ενώ σταθερά καθεστώτα, όπως οι μοναρχίες του Κόλπου, πέτυχαν ανάπτυξη και σταθερότητα.
Επισήμανε ότι το Ισραήλ αποτελεί «σημαντική εξαίρεση» ως δημοκρατία στην περιοχή, ενώ η Τουρκία παρουσιάζεται ως παράδειγμα ισχυρής κεντρικής ηγεσίας με εκλογικές διαδικασίες. Κατέληξε, λέγοντας ότι η αμερικανική πολιτική δεν απομακρύνεται από τη στήριξη της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά προσαρμόζεται με βάση την ανάγκη για σταθερότητα και αποτελεσματική διακυβέρνηση.
ΠΗΓΗ: Πρώτο Θέμα
Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις




